Είναι αυτό Καπιταλισμός;

Το κλειδί στον τίτλο είναι η λέξη «αυτό». Μαζί βεβαίως με το ερωτηματικό. Πιστεύω ότι, έτσι διαβασμένος ο τίτλος, κάνει περισσότερο από υπαινικτικά σαφές ότι: Όχι, αυτό που ζούμε σήμερα ως καπιταλισμό δεν έχει καμιά σχέση με την ιδεολογία και τη θεωρία του καπιταλισμού που εμπνεύστηκαν και μας δίδαξαν οι μεγάλοι οικονομολόγοι του 19ου αιώνα. Πολύ περισσότερο δεν έχει να κάνει με τον καπιταλισμό του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, έναν καπιταλισμό που μας γνώρισε την ανάπτυξη, ανέβασε εντυπωσιακά το βιοτικό επίπεδο χωρών και λαών και άλλαξε τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων επί γης.
Σκέφτομαι ότι αν ζούσε σήμερα ο Α. Smith δεν θα ήταν καθόλου ευχαριστημένος από τον καπιταλισμό των ημερών μας. Επιλεκτικότατα, ό,τι επεκράτησε από τη θεωρία τού μεγάλου οικονομολόγου είναι η Αποτελεσματικότητα των Αγορών -η γνωστή «Αόρατη Χειρ»- ενώ ξεχάστηκαν εντελώς οι αξιακές και ηθικές προϋποθέσεις λειτουργίας του, οι οποίες περιγράφονται στο έργο του «Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων».
Η ίδια απογοήτευση θα διακατείχε και τον Κέυνς βεβαίως, ακόμα και τον Μαρξ, ο «επιστημονικός σοσιαλισμός» του οποίου σχεδιάστηκε στο πλαίσιο λειτουργίας και δράσης του καπιταλισμού. Και μάλιστα του αμερικανικού καπιταλισμού, ο οποίος υπηρετούσε την πιο προηγμένη καπιταλιστική χώρα, με ανεπτυγμένη βιομηχανία, εκατομμύρια εργάτες, οργανωμένο συνδικαλισμό κλπ.
Γι΄ αυτούς τους λόγους, ο Μαρξ, που ας μην ξεχνάμε, συνεργαζόταν ως αρθρογράφος με τις μεγάλες εφημερίδες της Ν. Υόρκης, ανέμενε ότι οι ΗΠΑ θα ήταν η πρώτη χώρα, όπου θα εφαρμόζονταν οι περί παραγωγής και αναδιανομής του πλούτου πεποιθήσεις του.
Τι θα είχε να πει σήμερα ο Μαρξ για τον καπιταλισμό των ημερών μας; Έναν καπιταλισμό, φευ, χωρίς παραγωγή, χωρίς εργάτες και όπου, όπως θα δούμε, το κεφάλαιο ως συντελεστής παραγωγής, δεν παίζει το ζωτικό ρόλο που έπαιζε επί των ημερών του;
Μη σας παραξενεύει η συν-άθροιση και του Μαρξ στην ομάδα των κλασσικών οικονομολόγων. Διότι, ναι μεν ο σοσιαλισμός ήταν ήδη γνωστός από το 1830, όμως δεν είχε ακόμα ανακαλυφθεί ο κρατικός ή κρατικοποιημένος σοσιαλισμός, με τον οποίο δεν είχε καμιά σχέση ο Μαρξ.
Ο κρατικός σοσιαλισμός ανακαλύφθηκε αργότερα από τον Λένιν και εφαρμόστηκε δια πυρός και σιδήρου από τον Στάλιν, για να κυριαρχήσει ως καθεστώς στη μισή ανθρωπότητα.
Αλλά ας έλθουμε στο θέμα μας. Και ας δούμε, με τι μοιάζει ο καπιταλισμός των ημερών μας;
Όλες οι τρέχουσες αναλύσεις καταγράφουν, από κριτικά έως και δυσοίωνα, τον αποπροσανατολισμό του καπιταλισμού και της ελεύθερης αγοράς.
Κοινή, καταγγελτική επωδός: Η ασυδοσία των αγορών, ο βραχυπρόθεσμος ορίζοντας επιχειρηματικού ενδιαφέροντος, η έλλειψη ελέγχων, η απληστία των εκφραστών- εκπροσώπων του συστήματος: τραπεζιτών, αναλυτών, διαχειριστών κεφαλαίων και μάνατζερ.
Σήμερα ζούμε την πλήρη διαστρέβλωση τού αφορισμού τού Mandeville, όπως καταγράφεται στο έργο του, «Ο μύθος των μελισσών»: «private vices make public virtues»- «τα ιδιωτικά ελαττώματα στην υπηρεσία τού δημοσίου οφέλους». Πειστικότατη ανάλυση του παραπάνω αφορισμού έχουμε στο πρόχειρο, κλασσικό παράδειγμα: Είναι το ιδιωτικό ελάττωμα της απληστίας που ωθεί, ως κίνητρο, τον άνθρωπο στη δημιουργία πλούτου.
Από τον οποίο πλούτο, όμως, επωφελείται, σε μικρό η μεγάλο βαθμό, ο δημόσιος, κοινός πλούτος και η εθνική και κοινωνική ευημερία. H απληστία, ωστόσο στις μέρες μας, έχει απενοχοποιηθεί πλήρως  και από αμάρτημα έχει ανακηρυχθεί σε αρετή. Οι άνθρωποι αναγνωρίζονται μόνο ως φορείς του «δημιουργικού εγωισμού» και ως οι λογικοί μεγεθυντές τής χρησιμότητας, μέσα από την παντοδύναμη επιθυμία τους για μεγιστοποίηση των προσωπικών τους επωφελών.
Ό,τι δε λειτουργεί με όρους αγοράς ή δεν υπηρετεί την αγορά παύει να έχει αξία. Δεν υπάρχουν διαρκείς αξίες. Κάθε αξία ενσωματώνεται στους μηχανισμούς της αγοράς και ισχύει μέχρι να βρεθεί μια πιο αποτελεσματική που θα την αντικαταστήσει. Η ορθολογική διάσταση εκτοπίζει κάθε ηθική ή αξιακή διάσταση. Με την ίδια λογική, οι σχολές οικονομικών και επιχειρηματικών σπουδών, κυρίως τα προγράμματα ΜΒΑ, κάνουν μεγάλο κακό όταν διδάσκουν στους σπουδαστές τους ότι η εγωιστική ανταγωνιστικότητα και ο ορθολογισμός είναι οι μοχλοί κάθε αποδοτικότητας. Ο πυρήνας των εκπαιδευτικών τους προγραμμάτων, συμπυκνώνεται μέσα σε μια λέξη- ελληνική : Teleopathy  (σύνθετη λέξη, από το τέλος, που θα πει σκοπός, στόχος και το πάθος, δηλαδή, αρρώστια ). Η περιφραστική της απόδοση: Η ανισόρροπη (ίσως αδικαίωτη) επιδίωξη σκοπών και επιδιώξεων. Κατά λέξη: Επιτευξιομανία. Τα συμπτώματά της, συνοπτικά: Εμμονή, Εκλογίκευση και Αποστασιοποίηση.
Η παραγωγή, καθώς και το βιομηχανικό και το εμπορικό κέρδος έχουν εκχωρηθεί σε τρίτους. Εκείνο που ενδιαφέρει το, απρόσωπο πλέον, κεφάλαιο είναι κυρίως το χρηματοοικονομικό κέρδος. «Valuation is an art not a science», είναι το κυρίαρχο moto. Ό,τι αναζητείται είναι ένα μαγικό νούμερο, αυτό της αποτίμησης που θα σηματοδοτήσει και το κλείσιμο του deal. Οι ανταμοιβές ακολουθούν σε ταχύτητα τις πληροφορίες και τις κινήσεις. Κάθε κίνηση ανταμείβεται, εδώ και τώρα Επί τη εμφανίσει, ή μάλλον επί τη ολοκληρώσει. Ζήτω ο χρόνος.
Η μακροπρόθεσμη απασχόληση όλο και μειώνεται. Ήδη, αντί για απασχόληση μιλάμε για απασχολησιμότητα και προσληψιμότητα. Δυο καινούργιες λέξεις, που δυστυχώς αποτελούν ευθύνη του κάθε εργαζόμενου χωριστά.
Αποτέλεσμα είναι να συρρικνώνεται η αίσθηση της κοινότητας και της ομάδας, που τόσο στήριζε, ηθικά, τα μέλη της. Με την ανασφάλεια να χαρακτηρίζει τις εταιρικές υποθέσεις, είναι οξύμωρο να μιλάμε για εταιρική εργατική κοινότητα. Οι εταιρείες δεν αισθάνονται πλέον ως κοινότητες, αλλά μόνο ως περιουσίες.
Κάποτε, κεφαλαιούχοι και εργαζόμενοι βλεπόταν μεταξύ τους. Αγγιζόταν στο εργοστάσιο. Σήμερα, αλλού βρίσκονται τα κέντρα αποφάσεων, αλλού οι μέτοχοι , αλλού το μάνατζμεντ, αλλού η παραγωγή. Ο χώρος έχασε την αξία του. Σήμερα, κανένας κεφαλαιούχος δεν βάζει όλα τα κεφάλαιά του, ούτε καν σημαντικό μέρος τους, σε μια «μεριά». Τα πλειοψηφικά μετοχικά πακέτα αντιστοιχούν, ακόμα και σε μονοψήφια ποσοστά ιδιοκτησίας.
Με παρόμοια συλλογιστική εξηγείται και η μετατόπιση του επιχειρηματικού ενδιαφέροντος από τον μακροπρόθεσμο ορίζοντα στον βραχυπρόθεσμο. Παλαιά, το κεφάλαιο παρέμενε δεσμευμένο σε μια επένδυση, για δεκαετίες. Τώρα μετακινείται από εταιρεία σε εταιρεία από κλάδο σε κλάδο, από χώρα σε χώρα ελεύθερα, ταχύτατα και ανώδυνα. Η σχέση επενδυτή και επένδυσης είναι από χαλαρή έως ανύπαρκτη. Καμία ταύτιση, καμία αφοσίωση. Για συναισθηματική σχέση, βεβαίως, να μη γίνεται λόγος. Όλα τα στοιχεία μιας μακροπρόθεσμης σχέσης απουσιάζουν εκκωφαντικά. Το είδαμε και στην Ελλάδα αυτό, κατά την τελευταία χρηματιστηριακή έκρηξη. Την ευκολία, δηλαδή, με την οποία οι κεφαλαιούχοι- επιχειρηματίες ρευστοποίησαν τις επιχειρήσεις τους, τσεπώνοντας  απίστευτες υπεραξίες.
Η απελευθέρωση των αγορών δεν έφερε τις αναμενόμενες ισορροπίες.
Αντίθετα, αυτή έχει δημιουργήσει μια μόνιμη πηγή κερδοσκοπίας και παρασιτισμού, μέσα από επισφαλή, υψηλού κινδύνου σχήματα, καινοφανή νομισματικά προϊόντα που παράγουν υπερκέρδη για τους ολίγους, χωρίς ίχνος παραγωγής πραγματικού αγαθού ή υπηρεσίας. Τεράστια ποσά εκτός του παραδοσιακού εποικοδομητικού τρίπτυχου: παραγωγικών επενδύσεων, παραγωγής- εμπορίου, κατανάλωσης, αναζητούν βραχυπρόθεσμα κέρδη, απανταχού της γης. Ένα ανώνυμο χρήμα έχει δημιουργηθεί, συνοδό της χαοτικής λειτουργίας της αγοράς και της γενικότερης εικονικής πραγματικότητας που βιώνουμε. Ασύστολη καθιερωμένη πρακτική: Οι κίνδυνοι υποτιμούνται στην άνοδο και υπερτιμούνται στην πτώση. Αυτό επιτείνεται όταν τα κέρδη της ανόδου είναι ιδιωτικά, ενώ οι ζημιές κοινωνικοποιούνται.
Η ηθική ως βασικό προαπαιτούμενο ενάσκησης κάθε επιχειρηματικής δραστηριότητας, δεν αναγνωρίζεται πια. Κι΄ αυτό γιατί τα οφέλη από την άσκηση ενός έντιμου εμπορίου είναι μακροπρόθεσμα. Σήμερα, όμως, κανένας δεν έχει την υπομονή να περιμένει την ανταμοιβή και τη γλύκα της επαναλαμβανόμενης  πώλησης.
Ο άκρατος ατομικισμός, ο καρκίνος του καπιταλισμού, όπως έχει αποκληθεί, οδήγησε σε μια επίφαση προόδου, σε μια «μίζερη αφθονία», που εκφράζονται  μέσα από μορφές πλούτου, επίδειξης και κατανάλωσης μιας κοινωνίας, στην οποία επικρατεί το απάνθρωπο: ο νικητής τα παίρνει όλα. Και ενώ όλοι αντιλαμβάνονται ότι το σύστημα χρειάζεται την αλήθεια, την εμπιστοσύνη, την αποδοχή, την υποχρέωση, ως απαραίτητα λειαντικά στοιχεία, όσοι μέτοχοι του συστήματος τα μετέρχονται, βλάπτονται, αδικούνται και τελικά χάνουν.
Όλα θυμίζουν ένα τμήμα διαλόγου από τον «Πολίτη Κέϊν»: «Είναι εύκολο να κάνεις πολλά λεφτά, εάν το μόνο που θέλεις στη ζωή σου είναι να κάνεις πολλά λεφτά».
Θα συνεχίσουμε όμως στο επόμενο ή και στα επόμενα, αφού πρόθεσή μου είναι, κάτω από τον σημερινό γενικό τίτλο, να επεξεργαστώ κάποιες απαντήσεις σε τρία απορρέοντα ερωτήματα: «Πως φτάσαμε ως εδώ», «Τι μπορεί να γίνει από εδώ και πέρα» και «Υπάρχει ελπίς»;
* O κ. Κωστούλας είναι τέως γενικός διευθυντής εταιρειών του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα gcostoulas@gmail.com

Oταν ενα τετοιο αρθρο δημοσιευεται σε ενα οικονομικο σαιτ οπως το http://www.capital.gr τοτε το οποιο περαιτερω σχολιο απο μενα περιτευει….

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s