60 επιφανείς Γερμανοί καλούν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να αναλάβει τις ευθύνες της για τη διατήρηση της ειρήνης στην Ευρώπη,αναγνωρίζοντας ότι οι ανησυχίες της Ρωσίας για την ασφάλειά της είναι θεμιτές.

Για τη διαφορα αποψεων στο τροπο αντιμετωπισης της Ρωσιας στους κολπους της γερμανικης κυβερνησης εχω γραψει απο το καλοκαιρι με τις διαφοροποιησεις του υπουργου εξωτερικων Σταινμαγιερ σε σχεση με την ακαμπτη καγκελαριο Μερκελ.Τωρα το κειμενο των 60 επιφανων Γερμανων δειχνει ποσο εντονος αρχιζει να γινεται ο «δυισμος» της Γερμανικης αρχουσας ταξης πανω σ’ αυτο το τοσο καιριο θεμα για το μελλον της Ευρωπης.

Johny F.

Αναλυτικα το ρεπορταζ

Του Κώστα Ράπτη

Η Άνγκελα Μέρκελ αμφισβητείται – πραγματικά. Η «αντικολλητική» καγκελάριος, η οποία ηγήθηκε δύο «μεγάλων συνασπισμών» με τους βασικούς της αντιπάλους, αναπροσάρμοσε σε χρόνο-ρεκόρ τις πολιτικές της όποτε το επέβαλλε το πολιτικό κόστος (π.χ., σχετικά με την πυρηνική ενέργεια) και διατήρησε το πάνω χέρι καθ΄ όλη τη διάρκεια της κρίσης της Ευρωζώνης, ακροβατώντας ανάμεσα στις αγορές, τους εταίρους και μια ανήσυχη κοινή γνώμη στο εσωτερικό, βρίσκεται για πρώτη φορά αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που την υπερβαίνει και τη φθείρει.

Ο νέος Ψυχρός Πόλεμος Δύσης-Ρωσίας, με αφορμή την ουκρανική κρίση, αναδεικνύει ως κεντρικό «μέτωπό» του την ίδια τη Γερμανία – όπου η καγκελάριος δέχεται όλο και περισσότερες επικρίσεις για τις επιλογές της.

Ήδη εδώ και λίγους μήνες η κοινή γνώμη εμφανίζεται διχασμένη – με την ξαφνική κατάρρευση της επισκεψιμότητας των μεγαλύτερων ειδησεογραφικών ιστοσελίδων να αποτυπώνει μια σιωπηλή «ανταρσία» των Γερμανών απέναντι στην κυρίαρχη αφήγηση για την ουκρανική κρίση.

Ρήγματα

Όμως, τα ρήγματα διαπερνούν πλέον και τη γερμανική ελίτ, συμπεριλαβανομένων όλων των προκατόχων της Μέρκελ στην καγκελαρία. Με «μανιφέστο» που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Die Zeit», 60 επιφανείς Γερμανοί καλούν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να αναλάβει τις ευθύνες της για τη διατήρηση της ειρήνης στην Ευρώπη, προωθώντας τον διάλογο και αναγνωρίζοντας ότι οι ανησυχίες της Ρωσίας για την ασφάλειά της είναι εξίσου θεμιτές με αυτές της Πολωνίας ή των βαλτικών κρατών. Η προσπάθεια, συνεχίζουν, να εξωθηθεί η Ρωσία εκτός Ευρώπης είναι «ανιστορική, παράλογη και επικίνδυνη», καθώς η Μόσχα αποτελεί, ήδη από το Συνέδριο της Βιέννης το 1814, αναγνωρισμένο «παίκτη» της γηραιάς ηπείρου και κάθε προσπάθεια να ανατραπεί αυτό διά της βίας, με τελευταία τη φονική εκστρατεία του «μεγαλομανούς» Χίτλερ προς Ανατολάς, κατέληξε σε θεαματική αποτυχία.

Οι υπογράφοντες καλούν τα μέλη της Bundestag να επαγρυπνούν και τα μέσα ενημέρωσης να προσφέρουν αμερόληπτη κάλυψη των γεγονότων, καθώς μέχρι τώρα ορισμένοι αρθρογράφοι έχουν επιδοθεί «στη δαιμονοποίηση ολόκληρων εθνών». Δεν πρόκειται, προσθέτουν, για «ζήτημα Πούτιν», διότι οι ηγέτες έρχονται και παρέρχονται. Πρόκειται για την ανάγκη να εξαλειφθεί ο φόβος του πολέμου από τις καρδιές των Ευρωπαίων. Και τον φόβο αυτό, σε ό,τι αφορά τη Ρωσία, μπορεί να τον κατανοήσει οποιοσδήποτε επαρκής συντάκτης διεθνών θεμάτων, εφόσον από το 2008 το ΝΑΤΟ έχει προσκαλέσει στη Συμμαχία την Ουκρανία και τη Γεωργία.

Θα μπορούσε να αποδώσει κανείς αυτή την έκκληση σε τραυματικά ιστορικά σύνδρομα των Γερμανών, που παραμορφώνουν, λόγω υπερβάλλουσας ανησυχίας, την εικόνα των τρεχουσών εξελίξεων. Θα μπορούσε, επίσης, να διακρίνει την ιδιοτέλεια εκείνων των μερίδων του γερμανικού κεφαλαίου που έχουν να χάσουν από την κλιμάκωση των οικονομικών πιέσεων της Δύσης προς τη Ρωσία. Όμως, η ανάγνωση των ονομάτων των υπογραφόντων επιβάλλει προβληματισμό.

Στους «60» περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας Ρόμαν Χέρτσογκ, ο πρώην καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο τελευταίος (και μόνος εκλεγμένος) πρωθυπουργός της Ανατολικής Γερμανίας, Λόταρ ντε Μεζιέρ, πρώην υπουργοί, θρησκευτικοί ηγέτες, ακαδημαϊκοί, δημοσιογράφοι και γνωστοί άνθρωποι των τεχνών, από τον Βιμ Βέντερς ως τη Χάνα Σιγκούλα.

Με διαφορετικές παρεμβάσεις τους είχαν προηγηθεί οι «γηραιοί Νέστορες» και αρχιτέκτονες της γερμανικής «Οστπολιτίκ» τη δεκαετία του ΄70, Χέλμουτ Σμιτ και Έγκον Μπάρ (πρώην καγκελάριος και πρώην υπουργός, αντίστοιχα), αλλά και ο «μέντορας» της Άνγκελα Μέρκελ, Χέλμουτ Κολ. Ο «πατέρας» της επανένωσης της Γερμανίας, στο βιβλίο του «Ανησυχώντας για την Ευρώπη», που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο, στηρίζει τον σοσιαλδημοκράτη διάδοχό του, Γκέρχαρντ Σρέντερ, ως προς τα φιλορωσικά του ανοίγματα (που «προσγείωσαν» τον ίδιο προσωπικά στη διοίκηση του αγωγού NordStream της Gazprom), ενώ επικρίνει τη σημερινή καγκελάριο για το «λάθος» της να απομονώσει τη Μόσχα λόγω ουκρανικής κρίσης.

Αίσθηση, μάλιστα, προκάλεσε επίσης η πρόσφατη παρέμβαση του πρώην ηγέτη των συγκυβερνώντων Σοσιαλδημοκρατών το 2005-2006, πρώην πρωθυπουργού του ομόσπονδου κρατιδίου του Βραδεμβούργου και νυν επιεκφαλής του Γερμανο-Ρωσικού Φόρουμ, Ματίας Πλάτσεκ, να αναγνωριστεί η προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία, ώστε να τερματιστεί η κρίση.

Ακόμα πιο θεαματικό υπήρξε, δε, το γεγονός ότι εκτενές αφιέρωμα του περιοδικού «Spiegel», υπογραφόμενο από όλη τη σύνταξη, αποδίδει πλήρως στην καγκελάριο την ευθύνη για το ότι «χάθηκε η Ρωσία».

Η «βαθιά Γερμανία»

Οι «κατανοούντες τον Πούτιν» (Putin-versteher) είναι ένας όρος που έχει πλαστεί πρόσφατα στη Γερμανία για να περιγράψει, επικριτικά, όσους αποκλίνουν από την επικρατούσα συναίνεση – και οι οποίοι, κατά τις δημοσκοπήσεις, τείνουν να είναι περισσότεροι ιδίως στο ανατολικό τμήμα της χώρας. Όμως, δεν είναι μόνο η ανησυχητική μνήμη παλαιών δεινών ή, ενδεχομένως για κάποιους, και η νοσταλγία που εξαντλεί την ερμηνεία του φαινομένου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι και η «βαθιά Γερμανία» των ευρωσκεπτικιστών ανακαλεί μια «ανατολική πολιτική» που ανάγεται στην εποχή του Μπίσμαρκ. Στα εσωτερικά κείμενα της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» δεν βρίσκει κανείς μόνο μύδρους για το εγχείρημα διάσωσης του ευρώ, αλλά και προτάσεις για εμβάθυνση της «ειδικής σχέσης» με τη Ρωσία.

Στο κείμενο των «60», άλλωστε, παρατίθεται, ως «περισσότερο επίκαιρη από ποτέ», η άποψη που διατύπωσε κατά την επανένωση των Γερμανιών ο τότε ομοσπονδιακός πρόεδρος, Ρίχαρντ φον Βαϊστσέκερ, ότι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δίνει τη δυνατότητα οικοδόμησης ενός «πανευρωπαϊκού σχεδίου»: Τυχόν αποτυχία αυτού του σχεδίου θα σήμαινε την επιστροφή της γηραιάς ηπείρου σε μια εποχή εθνικιστικών ανταγωνισμών.

«Όλο και πιο απογοητευμένη η καγκελάριος»

Η πρόταση Πούτιν για τη δημιουργία ενός «ενιαίου οικονομικού και ανθρώπινου χώρου από το Βλαδιβοστόκ έως τη Λισαβόνα» δεν βρίσκει προφανώς ευήκοα ώτα σε μια γερμανική κυβέρνηση η οποία καταβάλλει κάθε προσπάθεια για την επιτυχή ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης μεταξύ ΗΠΑ και Ε.Ε. για τη συγκρότηση της «Διατλαντικής Εταιρικής Σχέσης» (TTIP), που αποκαλείται δημοσιογραφικά και «οικονομικό ΝΑΤΟ».

Μάλιστα, όπως γνωστοποίησε ο σύμβουλος της Άνγκελα Μέρκελ, Γκέρνοτ Έρλερ (αρχιτέκτονας της ευρω-ρωσικής «Εταιρικής Σχέσης για τον Εκσυγχρονισμό» του 2010), «η καγκελάριος είναι όλο και πιο απογοητευμένη από τον Ρώσο πρόεδρο, ο οποίος δεν έχει τηρήσει τις υποσχέσεις του, μετά την εκεχειρία του Μινσκ στις 5 Σεπτεμβρίου». Ο ίδιος δήλωσε έκπληκτος που «οι Ρώσοι εμφανίζονται έτοιμοι να καταστρέψουν ό,τι είχαμε καταφέρει» και πρόσθεσε: «Δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή σε εκείνους τους καιρούς».

Όμως, παραμένει γεγονός ότι το ξέσπασμα του Νέου Ψυχρού Πολέμου περιπλέκει αφάνταστα τους συσχετισμούς στην ευρωπαϊκή ήπειρο, αναδεικνύοντας κάθε είδους «υπαρξιακά» ερωτήματα της Γερμανίας και μετατρέποντας την προϋπάρχουσα κρίση της Ευρωζώνης σε «εξίσωση με δύο αγνώστους».

Δεν πρόκειται μόνο για το πρόσθετο κόστος που μετακυλίει ο πόλεμος κυρώσεων και αντικυρώσεων μεταξύ Ρωσίας και Ε.Ε., καθώς σε συγκυρίες όπως η τωρινή η πολιτική αποκτά προτεραιότητα έναντι της οικονομίας – εξού και οι σχετικές αποφάσεις των «28» υπήρξαν ομόφωνες, ενώ και η στάση του Πούτιν ελάχιστα έδειξε να επηρεάζεται από το καταβληθέν τίμημα.

Πρόκειται και για το μέγα αναπάντητο ερώτημα της εν εξελίξει οικονομικής κατάρρευσης της Ουκρανίας, την οποία η ήδη δοκιμαζόμενη Ευρωζώνη πρόκειται, με τον έναν ή άλλο τρόπο, να «πληρώσει». Η σύνδεση Ε.Ε.-Ουκρανίας, η οποία αποτέλεσε και τη θρυαλλίδα της κρίσης, έχει εκ των πραγμάτων ακυρωθεί, όχι απλώς διότι αναβλήθηκε κατά έναν χρόνο η υλοποίηση του οικονομικού της σκέλους, αλλά διότι η καταβύθιση της ουκρανικής οικονομίας προκαταβολικά αναιρεί και τα μελλοντικά της οφέλη.

Ευφάνταστο εγχείρημα

Ο όλος σχεδιασμός της διείσδυσης της Ε.Ε. προς Ανατολάς αποδεικνύεται ότι στερούνταν των οικονομικών (και, όπως προέκυψε η ανάγκη, και των στρατιωτικών) μέσων υποστήριξής της – αντίθετα, αποτέλεσε ένα ευφάνταστο εγχείρημα, που στηριζόταν στην άρρητη προϋπόθεση ότι η Μόσχα θα συνέχιζε να χρηματοδοτεί τον χώρο από τον οποίο επιχειρούνταν ο αποκλεισμός της.

Ομοίως, η αιφνιδιαστική ανακοίνωση από τον Πούτιν της αντικατάστασης του αγωγού South Stream από εναλλακτικό αγωγό με προορισμό την Τουρκία κατέδειξε τα όρια της ευρωπαϊκής διαπραγματευτικής στάσης, καθώς η ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία είναι αντικειμενική, ελλείψει άλλων πηγών, ενώ η διπλωματία του Κρεμλίνου δεν διστάζει να «στρατολογεί» ακόμα και παραδοσιακούς ανταγωνιστές της, που, όμως, αντιμετωπίζουν αντίστοιχο αποκλεισμό από τις Βρυξέλλες.

Η δηκτική αναφορά του Πούτιν σε χώρες που «έχουν ξεχάσει τι θα πει εθνική κυριαρχία» και οι τηλεφωνικές επαφές του, μετά την ακύρωση του South Stream, με τους ηγέτες της Ουγγαρίας και της (υποψήφιας για ένταξη) Σερβίας αποτελούν σαφή προσπάθεια υποκίνησης σχισμάτων στους κόλπους των «28» και άμεσης συνδιαλλαγής με όσους θα ρίσκαραν να παρακάμψουν το ευρωπαϊκό κέντρο. Δεν κινείται, άλλωστε, σε διαφορετική λογική η γενναιόδωρη δανειοδότηση από ρωσικές τράπεζες ενός άλλου θιασώτη της εθνικής κυριαρχίας, και μάλιστα στη δεύτερη οικονομία της Ευρωζώνης: του Εθνικού Μετώπου της Μαρίν Λεπέν.

Σε μια εποχή κατά την οποία ο γερμανικός Τύπος συζητά ανοιχτά για το ενδεχόμενο σοκ μιας οικειοθελούς αποχώρησης της Ιταλίας από το ευρώ (όπως προτείνουν η Λέγκα του Βορρά, το Κίνημα Πέντε Αστέρων και ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι), ο νέος Ψυχρός Πόλεμος έρχεται να επιδεινώσει και τις σχέσεις Βορρά-Νότου, προσθέτοντας περαιτέρω οικονομική πίεση στην επίμονα φιλορωσική Ρώμη. Ταυτόχρονα, ο στενότερος εναγκαλισμός της Γερμανίας με τις χώρες πέριξ της Βαλτικής (Πολωνία, Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία, Φινλανδία, Σουηδία), ως ενός χώρου πολιτικής και οικονομικής στήριξης του Βερολίνου απέναντι στον Νότο, εμπλέκει τη γερμανική πολιτική όλο και βαθύτερα στη ρωσοφοβική ροπή αυτών των κρατών. Τροφοδοτείται, έτσι, ένα «σπιράλ» αναδίπλωσης που διακινδυνεύει μακροπρόθεσμα το μέλλον τόσο της Ευρωζώνης όσο και της ρωσογερμανικής σχέσης.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s