Τα ορια της στρατηγικης του Βερολινου και οι παραπλευρες συνεπειες της…

Του Κώστα Ράπτη

Το δημοσίευμα του Spiegel το Σάββατο 3 Ιανουαρίου περί της αποφασιστικότητας της γερμανικής καγκελαρίας να ωθήσει τα πράγματα μέχρι την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, αν μια αυριανή ελληνική κυβέρνηση δεν τηρήσει μέχρι κεραίας τα συμφωνημένα με την τρόικα, έκανε τις αγορές να “χορεύουν”. Ωστόσο, είχε και επιπτώσεις απρόβλεπτες, που μείωσαν την αξιοπιστία του.

Όχι γιατί αμφιβάλλει κανείς για την αδιαλλαξία με την οποία σκοπεύει να αντιμετωπίσει η Angela Merkel το “ελληνικόν ζήτημα”, ούτε γιατί αμφιβητεί κανείς το έγκριτο περιοδικό που κατεξοχήν αναλαμβάνει την “διαρροή” μηνυμάτων, τα οποία δεν επιθυμούν να προσυπογράψουν επίσημες πηγές. Αλλά γιατί αυτού του τύπου η απειλή αποβολής από την ευρωζώνη είχε πολιτικές “παράπλευρες απώλειες” που τη μετατρέπουν εντέλει σε “γκάφα”. Δεν εξηγείται αλλιώς η ομοβροντία δηλώσεων Ευρωπαίων ιθυνόντων, από τον Σοσιαλδημοκράτη αντικαγκελάριο Sigmar Gabriel μέχρι τον πρόεδρο του Ευρωκοινοβουλίου Martin Schultz και από τον Mario Draghi (“δεν υπάρχει Σχέδιο Β στην νομισματική ενοποίηση) μέχρι τον αντιπρόεδρο της Κομισιόν Jirki Katainen, που έσπευσαν να ξορκίσουν το ενδεχόμενο του Grexit – τουλάχιστον με πρωτοβουλία των εταίρων.

Σαν τον Cortez ο οποίος έκαψε όλα του τα καράβια, πλην ενός, προτού προχωρήσει στην ενδοχώρα του Μεξικού, για να κατακτήσει το βασίλειο των Αζτέκων, έτσι και η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση καθιερώθηκε ως διαδικασία “μη αντιστρεπτή”. Το αντίθετο θα αποτελούσε πλήγμα στην ιδέα της “όλο και στενότερης ένωσης” των κρατών-μελών, που τις τελευταίες δεκαετίες διαπνέει συνολικά το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης – αλλά επίσης αμφισβητείται όλο και πιο έντονα τα τελευταία χρόνια σε χώρες κομβικές, όπως η Βρετανία.

Θα αποτελούσε επίσης πλήγμα στην ίδια την αξιοπιστία του ευρώ – καθώς το “μη αντιστρεπτό” της νομισματικής ένωσης είναι ακριβώς αυτό για το οποίο ζητούν διαρκώς διαβεβαιώσεις οι αγορές εδώ και πέντε χρόνια, πιέζοντας προς κινήσεις περαιτέρω εμβάθυνσής της (ESM, τραπεζική ενοποίηση, δημοσιονομική ενοποίηση, μετατροπή της ΕΚΤ σε “δανειστή ύστατης ανάγκης” κ.ο.κ.).

Το ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια της κρίσης η Γερμανία παρεμπόδισε, καθυστέρησε, άμβλυνε ή σχετικοποίησε, κατά το δύνατον, όλες αυτές τις κινήσεις (τουλάχιστον ως προς το σκέλος που αφορούν τη δική της αμετάκλητη δέσμευση σε όσα συνεπάγεται, οικονομικά και πολιτικά, μια νομισματική ένωση), υποδηλώνουν την επιθυμία να παραμείνει υπαρκτή, έστω και ως διαπραγματευτικό χαρτί, η “έξοδος κινδύνου” μιας πιθανής “αντιστροφής”.

Επιπλέον, η μελλοντική αρχιτεκτονική ενός κοινού εγχειρήματος 19 κρατών-μελών είναι πολιτικά αφόρητο να (ομολογείται ότι) εναπόκειται σε μονομερείς αποφάσεις του Βερολίνου, οι οποίες διαρρέουν υπό τύπον προεκλογικής προειδοποίησης στο Spiegel – όσο και αν είναι δεδομένος ο εξαιρετικά άνισος συσχετισμός εντός της ευρωζώνης. Είναι αφόρητο ιδίως για εκείνα τα κράτη-μέλη (π.χ. Γαλλία, Ιταλία), οι ηγεσίες των οποίων επικαλούνται συνεχώς τη συλλογικότητα και το μη αντιστρεπτό του εγχειρήματος, για να αντιμετωπίσουν ισχυρές αντιπολιτεύσεις που ζητούν ανάκτηση εθνικής δημοκρατικής και νομισματικής κυριαρχίας. Το ότι η Angela Merkel πιέζεται από την “Εναλλακτική για τη Γερμανία” δεν είναι λόγος για να προσφέρει επιχειρήματα στην Marine Le Pen και στον Beppe Grillo για τους οποίους η έξοδος από το ευρώ αποτελεί στόχο και όχι επαπειλούμενη ποινή.

Επειδή δε οι πάντες αντιλαμβάνονται ότι η επίδειξη αποφασιστικότητας του Βερολίνου έναντι της Αθήνας έχει ως πραγματικό αποδέκτη τη Ρώμη, το Παρίσι και τη Μαδρίτη, που θα πρέπει να “σωφρονισθούν” ως προς τις δικές τους διεκδικήσεις χαλάρωσης, προκύπτει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Αν η ακολουθούμενη συνταγή για την ευρωζώνη είναι επιτυχημένη, ποιός ο λόγος που η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία φθάνουν (εν μέσω ύφεσης και αποπληθωρισμού που επιδεινώνει το βάρος του χρέους) στα όρια των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών αντοχών τους; Και αν η ευρωζώνη είναι επαρκώς θωρακισμένη πια, ώστε να αποκόψει την Ελλάδα (παραδοχή που δεν μπορεί να επαληθευτεί ή μη παρά κατόπιν εορτής), ποιός ο λόγος της αποστολής προειδοποιητικών μηνυμάτων προς τους Λατίνους εταίρους – των οποίων τη φερεγγυότητα, έτσι και απωλεσθεί, κανείς μηχανισμός θωράκισης δεν μπορεί να αποκαταστήσει;

Μπορεί όλη αυτή η φιλολογία να είναι απλώς, κατά τον τρόπο του Βερολίνου, η “ουβερτούρα” μιας διαπραγμάτευσης με μια πιθανή αντιμνημονιακή ελληνική κυβέρνηση – οριοθετημένης εξαρχής από πολλές “κόκκινες γραμμές” και απαιτήσεις “συνετισμού”, αλλά πάντως διαπραγμάτευσης. Ειδάλλως, το ενδεχόμενο να οδηγηθεί (με γερμανική πρωτοβουλία) “μέχρι τέλους” η σύγκρουση γύρω από ποσά απείρως μικρότερα από όσα έχει ήδη επενδύσει η ευρωζώνη στην ελληνική διάσωση ερμηνεύεται ήδη από τους πιο καχύποπτους Ευρωπαίους παρατηρητές διαφορετικά: δεν είναι το Grexit, αλλά το D-exit (“γερμανική έξοδος”) που ωριμάζει ίσως σε κάποια μυαλά στο Βερολίνο. Σκηνοθετημένο, εννοείται, έτσι, ώστε να ενοχοποιηθούν για την έκβαση όλοι οι υπόλοιποι.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s