Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία δεν είναι τα πακέτα νέας ρευστότητας, αλλά το εάν ή το πως θα χρησιμοποιηθούν.

Οι κεντρικές τράπεζες έχουν παγιδευτεί, με αποτέλεσμα το τραίνο της παγκόσμιας οικονομίας να οδηγείται με αυξανόμενη ταχύτητα προς την καταστροφή – ενώ ο  μηχανοδηγός του θεωρεί πως θα αποφύγει το μοιραίο δυστύχημα, πατώντας τέρμα το γκάζι

«Με τόσο πολλούς πυρομανείς, καθώς επίσης με τόσες πολλές σπίθες, ο δρόμος για την επόμενη μεγάλη πυρκαγιά δεν είναι πολύ μακριά» (S. Roach με παρεμβάσεις).

Άρθρο

Σύμφωνα με τον παραπάνω αμερικανό οικονομολόγο, οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να σταματήσουν τα χρηματοπιστωτικά τους μέτρα, καθώς επίσης να «ακονίσουν τα εργαλεία τους», για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν την επόμενη, αναπόφευκτη κρίση – ενώ η Fed συνεχίζει να βαδίζει σε έναν γνωστό μεν, αλλά εξαιρετικά επικίνδυνο και ολισθηρό δρόμο.

Χωρίς δηλαδή να αποδέχεται τα τεράστια λάθη που έκανε στο παρελθόν, προσεγγίζει σταδιακά, με τον ίδιο τρόπο τα προβλήματα, τα οποία προετοίμασαν το έδαφος για τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007/08 – γεγονός που θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε μία ανάλογη καταστροφή με τότε, ενδεχομένως πολύ πιο μεγάλη.

Από την άλλη πλευρά, η χθεσινή απόφαση του ευρωπαϊκού δικαστηρίου, η οποία δίνει τη δυνατότητα στην ΕΚΤ να αγοράζει ομόλογα των χωρών της Ευρωζώνης, «μιμούμενη» την πολιτική της Fed, οδήγησε το ευρώ σε ελεύθερη πτώση – ενώ η κεντρική τράπεζα της Ελβετίας έπαψε να στηρίζει την ισοτιμία του φράγκου στο 1:1,20 με αποτέλεσμα να χάσει το ευρώ σε χρόνο μηδέν το 15% περίπου της αξίας του, πλησιάζοντας στο 1:1.

Την ίδια στιγμή το χρηματιστήριο της χώρας κατέρρευσε αρχικά στο -11%, αφού η αύξηση της ισοτιμίας του φράγκου θα δυσχεράνει κατά πολύ τις εξαγωγές των επιχειρήσεων της. Η κεντρική τράπεζα της Ελβετίας μείωσε επίσης το βασικό της επιτόκιο στο αρνητικό -0,75% για να συγκρατήσει τις εισροές ξένων κεφαλαίων – ενώ δεν πρέπει να παραλείψει κανείς πωςόλοι όσοι έχουν δανεισθεί σε φράγκα, όπως αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, θα αντιμετωπίσουν τεράστια προβλήματα (κατ’ επέκταση οι τράπεζες).

Επιστρέφοντας στη Fed, παρά τις διαβεβαιώσεις της για αύξηση των βασικών επιτοκίων, η «Επιτροπή Ανοιχτής Αγοράς» ανακοίνωσε πρόσφατα ότι, μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της να περιμένει υπομονετικά τις σωστές προϋποθέσεις για μία τέτοια κίνηση. Εάν προσθέσουμε εδώ τις δηλώσεις της κεντρικής τραπεζίτη των Η.Π.Α., σύμφωνα με τις οποίες έως την αύξηση των βασικών επιτοκίων θα πρέπει να μεσολαβήσουν τουλάχιστον δύο ακόμη συνεδριάσεις της επιτροπής, θα συμπεράνουμε πως η Fed προβλέπει δυστυχώς την ομαλοποίηση της πολιτικής της μακροπρόθεσμα.

Σύμφωνα με τον οικονομολόγο, το χρονοδιάγραμμα της Fed μοιάζει κατά πολύ περίεργο τρόπο με το αντίστοιχο των ετών 2004 έως 2006, όπου η προσέγγιση της, όσον αφορά τις αυξήσεις των επιτοκίων, οδήγησε στο σχεδόνθανατηφόρο λάθος – με βάση το οποίο αγνοήθηκαν εντελώς οι κλιμακούμενες υπερβολές των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς επίσης της πραγματικής οικονομίας.

Ειδικότερα η Fed τότε, αφού μετά το σπάσιμο της φούσκας του 2000 μείωσε τα βασικά της επιτόκια στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 40 ετών (1%), δίστασε πάρα πολύ να ομαλοποιήσει την πολιτική της – όταν δε άρχισε να αυξάνει τα επιτόκια, το έκανε με έναν εξαιρετικά αργό ρυθμό.

Στα πλαίσια αυτά, εντός 24 μηνών (Ιούλιος 2004 έως 2006), τα επιτόκια αυξήθηκαν 17 φορές κατά 0,25% εκάστοτε, από το 1% στο 5,25% – ενώ στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα διογκώθηκε υπερβολικά τόσο η φούσκα ακινήτων, όσο και η χρηματοπιστωτική (οδηγώντας στην υπερβολική αύξηση της κατανάλωσης των νοικοκυριών με δανεικά χρήματα, στην κατακόρυφη μείωση των αποταμιεύσεων, καθώς επίσης στην κορύφωση του ελλείμματος του αμερικανικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών).

Συμπερασματικά λοιπόν σε υπερβολικές ανισορροπίες, οι οποίες προκάλεσαν την κατάρρευση που ακολούθησε το 2008 –τη μεγαλύτερη καταιγίδα των τελευταίων δεκαετιών, από την οποία φυσικά δεν έχει ξεφύγει ο πλανήτης αλλά, αντίθετα, κινδυνεύει σήμερα κατά πολύ περισσότερο από τότε.

Βέβαια η κεντρική τράπεζα, οι δύο προηγούμενοι διοικητές της καλύτερα, αποποιούνται τις τεράστιες ευθύνες τους, οι οποίες λίγο έλειψε να προκαλέσουν μία πρωτοφανή, παγκόσμια καταστροφή – ισχυριζόμενοι πως δεν έφταιξε η νομισματική πολιτική, με εξαίρεση ίσως το «χαλαρό ρυθμιστικό πλαίσιο» που διέπει τις τράπεζες, καθώς επίσης το χρηματοπιστωτικό σύστημα γενικότερα.

Οι σημερινές ανισορροπίες

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η Fed σήμερα ευρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παρόμοιο, εάν όχι πολύμεγαλύτερο λάθος – αφού θεωρεί πως είναι υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει κάθε θεμιτό ή αθέμιτο νομισματικό μέτρο, για να καταπολεμήσει τα επακόλουθα της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης, ιδιαίτερα δε τους κινδύνους τουαποπληθωρισμού.

Ειδικά όσον αφορά τα βασικά επιτόκια, φαίνεται πως αφενός μεν θα καθυστερήσει να τα αυξήσει, αφετέρου πως ο ρυθμός θα είναι ακόμη χαμηλότερος – συγκριτικά με αυτόν που υιοθέτησε πριν από δέκα χρόνια περίπου.

Το πιο σημαντικό δε είναι το ότι, ο ισολογισμός της έχει φτάσει ήδη στα 4,5 τρις $, έχοντας πενταπλασιαστεί μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα – ενώ, αν και έχει σταματήσει τα προγράμματα αγοράς νέων ομολόγων (ποσοτική διευκόλυνση, QE), δεν φαίνεται πρόθυμη να μειώσει τα τεράστια αποθέματα της, πουλώντας κάποια από αυτά. Εκτός αυτού, έχει αναγκάσει ουσιαστικά την ΕΚΤ, την Τράπεζα της Ιαπωνίας κοκ. να αυξήσουν ακόμη περισσότερο τη ρευστότητα στις περιοχές τους, με επίσης μηδενικά επιτόκια.

Συνεχίζοντας, τα ασυνήθιστα αυτά μονεταριστικά μέτρα, τα οποία επιβάλλονται σε ένα σύστημα πλημμυρισμένο κυριολεκτικά με ρευστότητα, συνιστούν έναν τεράστιο κίνδυνο – ο οποίος αυξάνεται εκθετικά από την υπερβολική αστάθεια των νομισμάτων, από τη ραγδαία πτώση των τιμών του πετρελαίου κοκ.

Την ίδια στιγμή οι κεντρικές τράπεζες, έχοντας παγιδευτεί μόνες τους στο «βάλτο» των μηδενικών επιτοκίων, καθώς επίσης των υπερδιογκωμένων ισολογισμών τους (γράφημα), δεν έχουν κανένα εργαλείο πλέον και καμία αποτελεσματική στρατηγική – η οποία θα τους επέτρεπε να ανακτήσουν τον έλεγχο των χρηματαγορών, καθώς επίσης της πραγματικής οικονομίας, όπως ασφαλώς οφείλουν.

Παγκόσμια-ρευστότητα-–-η-αύξηση-της-ποσότητας-χρήματος-τύπωμα-εκ-μέρους-των-κεντρικών-τραπεζών-του-κόσμου.

Πόσο μάλλον όταν τα περισσότερα δυτικά κράτη είναι αθεράπευτα υπερχρεωμένα, τα χρηματιστήρια υπερτιμημένα, ο αποπληθωρισμός καιροφυλακτεί, ενώ η πραγματική οικονομία υποφέρει σε μεγάλο βαθμό.

Όσο περισσότερο δε αυξάνουν την ποσότητα χρήματος οι κεντρικές τράπεζες, τόσο πιο πολύ διογκώνονται οι αξίες των παγίων (φούσκες), τόσο πιο εξαρτημένες γίνονται οι οικονομίες από την τεχνητή ρευστότητα και τόσο πιο απρόθυμοι είναι οι πολιτικοί να διορθώσουν τα κακώς κείμενα στις χώρες τους – με αποτέλεσμα το τραίνο της παγκόσμιας οικονομίας να οδηγείται με συνεχώς αυξανόμενη ταχύτητα προς την καταστροφή, με το μηχανοδηγό του να θεωρεί πως θα αποφύγει το μοιραίο δυστύχημα, πατώντας τέρμα το γκάζι.

Η ΕΚΤ

Μετά τη χθεσινή απόφαση του ευρωπαϊκού δικαστηρίου, η ΕΚΤ θα αγοράσει πιθανότατα ομόλογα των χωρών μελών της σε μεγάλες ποσότητες – αποφασίζοντας το στη συνάντηση της 22ας Ιανουαρίου.

Αυτό που θα συμβεί τότε φαίνεται από τον «ισολογισμό παράδειγμα» που ακολουθεί (πηγή: Spiegel), όπου στην αριστερή του πλευρά είναι το ενεργητικό της κεντρικής τράπεζας, οι απαιτήσεις της δηλαδή απέναντι σε τρίτους, ενώ στη δεξιά το παθητικό της – οι απαιτήσεις τρίτων απέναντι στην κεντρική.

Ενεργητικό Παθητικό
Ομόλογα 1000 Μετρητά Χρήματα 250
Εγγυήσεις 0 Καταθέσεις των τραπεζών στην ΕΚΤ 1700
Συναλλαγματικά αποθέματα 1000 Κατατεθειμένο κεφάλαιο των μετόχων της 50
Σύνολο ενεργητικού 2000 Σύνολο παθητικού 2000

Ξεκινώντας από το γεγονός ότι, τα χρήματα (τα ευρώ εν προκειμένω) είναι ουσιαστικά οι απαιτήσεις των κατόχων τους απέναντι στην κεντρική τράπεζα, ενώ ο ισολογισμός μίας κεντρικής τράπεζας (σύνολο ενεργητικού ή παθητικού) είναι τα επονομαζόμενα κεντρικά χρήματα (μονεταριστική βάση), αυτά δηλαδή που η κεντρική τράπεζα ελέγχει άμεσα, οφείλουμε να σημειώσουμε πως η ποσότητα χρήματος είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

Ειδικότερα, τα μετρητά χρήματα στη δεξιά στήλη του ισολογισμού είναι ένα μέρος της υφιστάμενης ποσότητας χρήματος, ενώ η ίδια η ποσότητα χρήματος, στο σύνολο της, είναι σημαντική, επειδή καθορίζει μακροπρόθεσμα το ποσοστό του πληθωρισμού – όπου, εάν είναι τόσο χαμηλός όσο σήμερα στην Ευρωζώνη, τότε η κεντρική τράπεζα αυξάνει την ποσότητα χρήματος.

Η αύξηση της ποσότητας χρήματος γίνεται μέσω των εμπορικών τραπεζών – αφού τα περισσότερα χρήματα από το πουθενά δημιουργούνται από αυτές. Η κεντρική τράπεζα δεν έχει λοιπόν τον άμεσο, αλλά μόνο τον έμμεσο έλεγχο τους – συνήθως με τη βοήθεια των βασικών επιτοκίων, όπου όσο πιο χαμηλά είναι, τόσο πιο πολύ αυξάνεται η ζήτηση δανείων (μέσω των δημοπρασιών που οργανώνει παραδοσιακά η κεντρική τράπεζα), με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ποσότητα του χρήματος.

Για παράδειγμα, όταν η κεντρική τράπεζα προσφέρει 100 € νέα ρευστότητα στις εμπορικές, στην αριστερή στήλη του ισολογισμού της, στη θέση «Εγγυήσεις», εγγράφονται αυτά τα 100 € – τα οποία εμφανίζονται φυσικά και στη δεξιά στήλη, στη θέση «Καταθέσεις των τραπεζών στην ΕΚΤ» (στο λογαριασμό που διατηρούν σε αυτήν), με αποτέλεσμα να αυξάνονται κατά τα 100 αυτά ευρώ στα 1.800 € – από 1.700 € προηγουμένως.

Την ίδια στιγμή βέβαια το σύνολο του ισολογισμού (ενεργητικό, παθητικό) αυξάνεται επίσης κατά τα 100 €, στα συνολικά 2.100 € – από 2.000 € προηγουμένως.Για τα 100 € λοιπόν που δίνει η κεντρική τράπεζα στις εμπορικές, απαιτεί 100 € εγγυήσεις εκ μέρους τους, οι οποίες εγγράφονται στην αριστερή στήλη του ισολογισμού τους, αυξάνοντας ανάλογα το ύψος του.

Περαιτέρω, όταν τα βασικά επιτόκια είναι μηδενικά (0,05% σήμερα), η κεντρική τράπεζα δεν μπορεί να τα μειώσει άλλο, για να υπάρξει ζήτηση από τις εμπορικές, οπότε να αυξηθεί η ποσότητα χρήματος. Τότε είναι υποχρεωμένη να υιοθετήσει μέτρα ποσοτικής διευκόλυνσης (QE) – με τη βοήθεια των οποίων αγοράζει από τις εμπορικές τράπεζες ομόλογα. Στην περίπτωση αυτή, στην οποία έχει προστεθεί και η προηγούμενη (100 €), εάν η κεντρική τράπεζα αγοράσει ομόλογα αξίας 1.000 €, ο ισολογισμός της μεταβάλλεται ως εξής:

Ενεργητικό Παθητικό
Ομόλογα *2.000 Μετρητά Χρήματα 250
Εγγυήσεις *100 *Καταθέσεις των τραπεζών στην ΕΚΤ 2.800
Συναλλαγματικά αποθέματα 1.000 Κατατεθειμένο κεφάλαιο των μετόχων της 50
Σύνολο ενεργητικού 3.100 Σύνολο παθητικού 3.100

.

Όπως φαίνεται, τόσο τα 100 € (εγγυήσεις), όσο και τα 1.000 € (ομόλογα) που προστέθηκαν στην αριστερή πλευρά του ισολογισμού, στη δεύτερη και πρώτη θέση, αύξησαν τις καταθέσεις των τραπεζών στη δεξιά – επίσης το σύνολο του ισολογισμού (ενεργητικό, παθητικό), τα κεντρικά χρήματα δηλαδή (μονεταριστική βάση), στα 3.100 €.

Η ποσότητα όμως του χρήματος δεν σημαίνει ότι αυξήθηκε υποχρεωτικά κατά το ίδιο ποσόν – αφού οι εμπορικές τράπεζες θα μπορούσαν να αφήσουν τις καταθέσεις τους στην κεντρική, χωρίς να κάνουν τίποτα. Χωρίς λοιπόν να δανείσουν τα χρήματα που έχουν στη διάθεση τους σε άλλους, οπότε η παραπάνω ενέργεια της κεντρικής τράπεζας δεν έχει κανένα αποτέλεσμα.

Επομένως, η επιτυχία των προγραμμάτων ποσοτικής διευκόλυνσης (QE), εξαρτάται από το τι κάνουν οι τράπεζες, με τα νέα χρήματα που τους προσφέρει η ΕΚΤ – όπου, σε περιόδους κρίσης ή αποπληθωρισμού, οι τράπεζες μειώνουν το δανεισμό τους, είτε λόγω έλλειψης φερέγγυων δανειοληπτών, είτε επειδή ελάχιστοι επενδύουν ή καταναλώνουν.

Οι άλλοι τρόποι αύξησης της ποσότητας χρήματος

Οι πιστώσεις όμως είναι ένας μόνο από τους δυνατούς τρόπους αύξησης της ποσότητας χρήματος. Ένας δεύτερος είναι η συναλλαγματική ισοτιμία, αφού η κεντρική τράπεζα, η ΕΚΤ για παράδειγμα, δεν αγοράζει μόνο τα ομόλογα των εγχωρίων τραπεζών, αλλά και των ξένων – αυτών που έχουν στην κατοχή τους ευρωπαϊκά ομόλογα.

Όταν η ΕΚΤ αγοράζει τα ευρωπαϊκά ομόλογα που κατέχουν ξένες τράπεζες, τότε οι πωλητές τους μετατρέπουν τα έσοδα από την πώληση στα εθνικά τους νομίσματα – οπότε ουσιαστικά πουλούν ευρώ, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ισοτιμία του.

Ένας επόμενος τρόπος είναι η αγορά εκ μέρους των εμπορικών τραπεζών, με τις καταθέσεις των 1.100 € που έχουν στην ΕΚΤ, μετοχών από τα χρηματιστήρια – οπότε αυξάνονται οι τιμές και οι δείκτες. Στην περίπτωση αυτή, δημιουργούνται φούσκες στα χρηματιστήρια, ενώ την ίδια στιγμή η πραγματική οικονομία υποφέρει από έλλειψη ρευστότητας.Επομένως εμφανίζονται διαστρεβλώσεις, με ανυπολόγιστα επακόλουθα.

Συμπερασματικά λοιπόν, αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία δεν είναι τα πακέτα νέας ρευστότητας, αλλά το εάν ή το πως θα χρησιμοποιηθούν – ενώ όταν δεν διατεθούν καθόλου από τις εμπορικές τράπεζες, τότε το αποτέλεσμα είναι μηδενικό, δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα.

Όπως έχει αναφέρει δε γνωστός ιάπωνας οικονομολόγος (Koo), εάν έχει ένα μανάβικο στη βιτρίνα του 100 μήλα και δεν μπορεί να τα πουλήσει (όπως συμβαίνει σήμερα, όπου οι καταθέσεις των εμπορικών τραπεζών παραμένουν στην ΕΚΤ),δεν σημαίνει πως εάν τα αυξήσει στα 1.000, θα πουλήσει περισσότερα (όπως θα προσπαθήσει η ΕΚΤ, μετά τις 22 Ιανουαρίου).

Στην περίπτωση αυτή, χρήματα υπάρχουν άφθονα, αφού δημιουργούνται από το πουθενά – αυτό που δεν υπάρχει είναι η προθυμία για επενδύσεις ή για κατανάλωση, αφού οι δυτικές οικονομίες έχουν βυθιστεί στην ύφεση, κυρίως λόγω της υπερχρέωσης τους.

Σε τέτοιες εποχές λοιπόν δεν αυξάνεται η ζήτηση και η κατανάλωση, οπότε δεν  διενεργούνται επενδύσεις – με αποτέλεσμα τα χρήματα που υπάρχουν να οδηγούνται είτε στα χρηματιστήρια, είτε στα ακίνητα, δημιουργώντας τεράστιες, εξαιρετικά επικίνδυνες φούσκες.

Επίλογος

Οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να ομαλοποιήσουν ξανά το χρηματοπιστωτικό σύστημα, παρά το ότι θα διακινδυνεύσουν την κατάρρευση των χρηματιστηρίων. Διαφορετικά θα χάσουν εντελώς τον έλεγχο, οδηγώντας τον πλανήτη σε μία πρωτόγνωρη καταστροφή.

Όπως έχουμε γράψει λοιπόν στο παρελθόν, πρέπει να σπάσουν τη φούσκα τώρα, όσο υπάρχει ακόμη καιρός – εάν βέβαια υποθέσουμε ότι έχουν τα μέσα να το κάνουν, χωρίς να ξεσπάσουν παντού επαναστάσεις όλων αυτών που βλέπουν τα χρήματα τους να μεταφέρονται όλο και πιο γρήγορα στο 1% της παγκόσμιας ελίτ.

Υστερόγραφο: Η κατακόρυφη άνοδος της ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου, μετά την «απελευθέρωση» του από το ευρώ, η οποία οφείλεται πιθανότατα στην πεποίθηση της κεντρικής τράπεζας της χώρας πως το ευρώ θα συνεχίσει την πτωτική του πορεία, δημιουργεί τεράστια προβλήματα στην Αυστρία – αφού τα δάνεια των νοικοκυριών, καθώς επίσης των επιχειρήσεων της σε ξένο νόμισμα, κυρίως σε φράγκα, υπολογίζονται στα 29,5 δις €.

Η χώρα, οι τράπεζες της οποίας αντιμετωπίζουν ήδη μεγάλα προβλήματα, δεν έχει τη δυνατότητα να βοηθήσει τους δανειολήπτες της – τα δάνεια των οποίων αυξήθηκαν μέσα σε ένα λεπτό πάνω από 14%.

Η κατάσταση στην Ουγγαρία είναι ανάλογη – με αποτέλεσμα το νόμισμα της να υποτιμηθεί ραγδαία, ακόμη και απέναντι στο ευρώ. Το γεγονός αυτό οφείλεται πιθανότατα στις μεγάλες εκροές κεφαλαίων, εκ μέρους των επενδυτών, επειδή υποθέτουν πως τα δάνεια σε ξένο συνάλλαγμα θα δημιουργήσουν μεγάλα προβλήματα στην Ουγγαρία – στην οποία η πολιτική αστάθεια που επικρατεί θα τα επιδεινώσει σε μεγάλο βαθμό.

Στην Πολωνία τα πράγματα δεν είναι καλύτερα, με το νόμισμα της να υποτιμάται αντίστοιχα, καθώς επίσης με το χρηματιστήριο της να καταρρέει (-4%). Πόσο μάλλον όταν η οικονομία της, στα πλαίσια της προετοιμασίας της εισόδου της στην Ευρωζώνη, είναι αντιμέτωπη με πάρα πολύ δύσκολες καταστάσεις.

Προφανώς θα υπάρξουν ανάλογες δυσκολίες σε πολλές άλλες χώρες (ενδεχομένως και στην Ιταλία), οι οποίες είναι εκτεθειμένες σε ανάλογα δάνεια – κατ’ επέκταση σε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό κλάδο της Ευρώπης, ο οποίος είναι εξαιρετικά προβληματικός (ανάλυση). Τέλος αρκετά επενδυτικά κεφάλαια κατάρρευσαν – με αποτελέσματα που θα φανούν αργότερα.

ΠΗΓΗ  http://www.analyst.gr/2015/01/15/to-anapofefkto-krax/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s