Η διαπραγματευση με τους δανειστες και καποιες ενδιαφερουσες ιδεες για καλυτερα αποτελεσματα.

Είναι λάθος να κάνεις υποχωρήσεις μιλώντας στα μέσα ενημέρωσης για να φτιάξεις το κλίμα συνομιλίας με τη Γερμανία. Δείχνει έλλειψη θάρρους και σθένους να αντέξεις σε πιέσεις. Από την άλλη είναι σωστό να μην προκαλείς πόλωση, αλλά να αφήνεις διεξόδους συμβιβασμού και υποχωρήσεων.

Μέσα σε μία εβδομάδα έγιναν σημαντικά βήματα, αλλά και λάθος ξεκίνημα των συνομιλιών, ενόψει διαπραγμάτευσης με την ΕΕ. Υπάρχει έλλειμμα στρατηγικού και επομένως και πολιτικού σχεδιασμού.

Μέσα σε μία εβδομάδα έφτασαν στον απλό Έλληνα πολίτη, όλα τα σημαντικά θέματα που στις 4 εβδομάδες της προεκλογικής εκστρατείας δεν συζητήθηκαν καθόλου. Σαμαράς και Βενιζέλος, Σπυράκη και Καϊλή, και από πίσω ένας εσμός πολιτικών δεύτερης διαλογής, ασχολούνταν με μετρήσεις ή έψαχναν δηλώσεις άλλων δευτεροκλασάτων υποψήφιων για να δημιουργήσουν θέμα εκ του μη όντος.

Μερικά από τα θέματα: Ποια πρέπει να είναι η επιδίωξη της ελληνικής κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ; Τι πρέπει να ζητάμε από τις ΗΠΑ, από το ΔΝΤ ως «υπουργείου Εξωτερικών» των ΗΠΑ, από τη Γερμανία, από τη Ρωσία και από την Κίνα; Ποια πρέπει να είναι η επιδίωξη της κυβέρνησης στο εσωτερικό; Ποια είναι τα αντίβαρα που πρέπει να βάλουμε στο τραπέζι;

Μακροπρόθεσμα η Ελλάδα για να επιβιώσει στο παγκοσμιοποιημένο δυναμικό σύστημα πρέπει να αναδιαρθρώσει την οικονομία της, ώστε διπλασιάζοντας αρχικά τη μεταποίηση, να αυξήσει τα προϊόντα σε ένα καλάθι προϊόντων και υπηρεσιών για εξαγωγή. Αυτό θα χρειαστεί π.χ. 30 χρόνια για να γίνει, επομένως πρέπει να μην αλλάζει η πολιτική επαναβιομηχανοποίησης κάθε φορά που αλλάζει η κυβέρνηση.

Ως τότε η Ελλάδα πρέπει να επιβιώσει και να ανακάμψει η οικονομία της, αφού προηγουμένως σταθεροποιηθεί. Δεδομένου ότι το 70% του ΑΕΠ κινείται γύρω από την κατανάλωση και σχεδόν το μισό από αυτό γύρω από εισαγωγές, είναι αναπόφευκτο να ξοδέψουμε πολύτιμους πόρους στην διατήρηση της κατανάλωσης και στην αργή υποκατάσταση των εισαγωγών. Αυτό δεν γίνεται αυτόματα, αφήνοντας τον ιδιωτικό τομέα ελεύθερο να κάνει τη δουλειά του. Είναι το κράτος που θα ενεργήσει ως σημαντικός επενδυτής και είναι το κράτος που θα ενεργήσει ως πειστικός σύμβουλος των επιχειρήσεων παρέχοντάς τους υποστήριξη, κίνητρα και αντικίνητρα. Ενεργοποιώντας το ανθρώπινο δυναμικό που υπάρχει και είναι κατάλληλα εκπαιδευμένο. Συνεπώς χρειάζεται ένα εκσυγχρονισμένο, δυναμικό και αποτελεσματικό κράτος με τη μορφή της διοίκησης κατά προτίμηση μικρό και ευέλικτο. Κι αυτή είναι μια μεσοπρόθεσμη απαίτηση και χρειάζεται δέκα χρόνια για να ολοκληρωθεί αρχίζοντας να δουλεύει από την πρώτη μέρα. Συνεπώς και αυτή η πολιτική δεν μπορεί να αλλάζει κάθε φορά που αλλάζει η κυβέρνηση.

Για να μπεί το νερό σε ένα τέτοιο αναπτυξιακό αυλάκι, πρέπει να αντιμετωπιστούν τα βραχυπρόθεσμα ζητήματα ρευστότητας, ώστε να μην κινδυνεύσει η οικονομία από «ξαφνικό θάνατο». Αυτές είναι οι τρέχουσες διαπραγματεύσεις με τους δανειστές. Κατά την ταπεινή μας κρίση, η κυβέρνηση Τσίπρα ξεκίνησε λάθος αν και με καλές προθέσεις τις διαπραγματεύσεις κι αυτό δείχνει λάθος στρατηγικού και επομένως και πολιτικού σχεδιασμού.  Στην εκκίνηση των διαπραγματεύσεων θέτεις το μάξιμουμ που διεκδικείς και θα μπορούσες να κερδίσεις αν διαθέτεις αρκετή ισχύ ώστε να πιέσεις. Η επικοινωνία αυτών των μαξιμαλιστικών στόχων είναι σημαντική για τη θέση που θα λάβουν οι άλλοι που συμμετέχουν στο ίδιο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Το θέμα της ανάπτυξης προηγείται σε σημασία αλλά το ζήτημα της ρευστότητας προηγείται χρονικά. Δεν πρέπει να απορροφήσει όμως όλες τις προσπάθειες της κυβέρνησης και να την εξαντλήσει, όπως έγινε με τις προηγούμενες κυβερνήσεις Παπανδρέου (ξεκίνησε με 44%) και Σαμαρά (ξεκίνησε με 48%). Η κυβέρνηση Τσίπρα ξεκινάει με το 41%, αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα, αλλά με χειρότερους όρους, σε σχετικά καλύτερη χρονική συγκυρία. Το ζήτημα του χρέους δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά. Είναι λάθος να γίνεται συζήτηση ΜΟΝΟΝ για το δημόσιο χρέος όπως επιδιώκουν οι δανειστές. Το συνολικό χρέος (δημόσιο και ιδιωτικό) πρέπει να αντιμετωπιστεί γιατί δεν μπορεί να πληρωθεί.Αν χρειάζεται κούρεμα 50% το δημόσιο χρέος, στο ίδιο ποσοστό πρέπει να κουρευτεί και το ιδιωτικό χρέος, αλλιώς η οικονομία δεν θα ανακάμψει και σε πολύ λίγα χρόνια (π.χ. σε πέντε) θα υπάρχει το ίδιο πρόβλημα και θα χρειάζεται νέο κούρεμα. Η προσέγγιση των δανειστών εξυπηρετεί άλλους στόχους και όχι τους ίδιους με την Ελλάδα ως σύνολο, οικονομία και κοινωνία. Οι δανειστές θέλουν να βάλουν το κράτος να μαζεύει φόρους και να τους τα δίνει στο εξωτερικό ως τόκους. Η Ελλάδα έχει ως στόχο την ανάπτυξη και τη μηδενική ανεργία και στη συνέχεια την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των πολιτών. Δηλαδή να μένουν οι πόροι στο εσωτερικό και να αξιοποιούνται. Οι δανειστές ενεργούν ορθολογικά, οι ελληνικές κυβερνήσεις όχι.

Το ιδιωτικό χρέος της Ελλάδας είναι σχεδόν όσο και το δημόσιο χρέος. Αν η Ελλάδα πρέπει να καλύπτει τις ανάγκες της από τα έσοδα και να μένει ένα μικρό ποσό για τους δανειστές, σημαίνει ότι πρέπει να εισπράττει τουλάχιστον τα έσοδα του παρελθόντος και σε ορίζοντα έτους τα προϋπολογισθέντα. Αν οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά είναι υπερχρεωμένα δεν μπορούν να κάνουν νέες επενδύσεις, δεν μπορούν να αποφύγουν τη χρεοκοπία όσοι δεν έχουν αποταμιεύσεις και δεν μπορούν να πληρώσουν τους προϋπολογισθέντες φόρους παρά σε ένα πολύ μικρότερο ποσοστό. Για να πέσουν έξω τα έσοδα, αρκεί μια υστέρηση της τάξης του 5%. Όχι μεγαλύτερη. Κάθε τέτοια υστέρηση πρέπει να καλύπτεται με δανεικά. Δανεικά δεν υπάρχουν κι αν υπήρχαν θα ήταν λάθος να τα πάρουμε.

Συνεπώς το ιδιωτικό χρέος, τραπεζών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών πρέπει να κουρευτεί στο ίδιο ποσοστό με το δημόσιο χρέος. Μόνον έτσι τράπεζες, επιχειρήσεις και νοικοκυριά που έχουν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό μπορούν να επιβιώσουν. Τράπεζες, επιχειρήσεις και νοικοκυριά που έχουν αποταμιεύσεις ή νέους πόρους μπορούν να προχωρήσουν σε επενδύσεις, οι οποίες θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, οι οποίες θα αποφέρουν εισόδημα το οποίο θα φορολογηθεί και θα αποφέρει δημόσια έσοδα, ώστε και το κράτος να είναι συνεπές και φερέγγυο. Τράπεζες, επιχειρήσεις και νοικοκυριά που δεν είναι βιώσιμα, πρέπει να διασωθούν, να αναδιαρθρωθούν, να εκσυγχρονιστούν, να επιμορφωθούν και να ξεκινήσουν νέες δραστηριότητες. Δηλαδή θα έχουν κόστος το οποίο θα πληρώσει ολόκληρη η κοινωνία. Εδώ χρειάζεται η αλληλεγγύη και ένας απαιτητικός σχεδιασμός και κινητοποίηση του κράτους. Εδώ θα κριθεί η επιτυχία και η βιωσιμότητα της κυβέρνησης. Εδώ θα αποτύχει και θα προκαλέσει μεγάλο πόνο αν δεν τα καταφέρει.

Οι προτάσεις Βαρουφάκη, αφορούν μόνον το δημόσιο χρέος και κινούνται στη σωστή κατεύθυνση. Από την ώρα που ξεκίνησε από την Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου μέχρι να φτάσει στο Βερολίνο στις 5 Φεβρουαρίου είχε κάνει ήδη σημαντικές υποχωρήσεις περνώντας από την Ιταλία, τη Γαλλία και τις Βρυξέλλες. Αν η περιοδεία κρατούσε λίγες μέρες ακόμα θα βλέπαμε και άλλες υποχωρήσεις; Και όλα αυτά πριν να γίνουν οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης και πριν να πάρει ψήφο εμπιστοσύνης. Είναι λάθος να κάνεις υποχωρήσεις μιλώντας στα μέσα ενημέρωσης για να φτιάξεις το κλίμα συνομιλίας με τον Σόϊμπλε και την Μέρκελ και δείχνει έλλειψη θάρρους και σθένους να αντέξεις σε πιέσεις. Από την άλλη είναι σωστό να μην προκαλείς πόλωση, αλλά να αφήνεις διεξόδους συμβιβασμού και υποχωρήσεων. Όχι όμως να κάνεις τις υποχωρήσεις πριν καθίσεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και πολύ περισσότερο πριν να αποφασιστεί ποιο θα είναι το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Θα είναι μια διεθνής διάσκεψη για το χρέος, ή θα είναι το Eurogroup; Εφόσον η προεκλογική σου θέση είναι μια διεθνής διάσκεψη για το ευρωπαϊκό χρέος, μπορείς ενδιάμεσα να προτείνεις μια συζήτηση στον ΟΗΕ για το ελληνικό χρέος, ως ενδιάμεσο σταθμό και να αφήσεις τη Γερμανία να προτείνει μια ευρωπαϊκή σύσκεψη κορυφής. Εφόσον βλέπεις ότι οι ΗΠΑ και το ΔΝΤ θέλουν να πιέσουν για ελάφρυνση του χρέους, πρέπει να επιδιώξεις επαφές μαζί τους και να ζητήσεις να γίνει αντικείμενο διαβουλεύσεων π.χ. στους G-7 ή στους G-20 ή στον ΟΟΣΑ ή στο ΔΝΤ ή όλα αυτά θέτοντας πάντοτε ζήτημα διαγραφής, ή ελάφρυνσης, ή αναδιάρθρωσης για το συνολικό και όχι μόνον για το δημόσιο χρέος. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να έχεις διμερείς επαφές και με τη Ρωσία και με την Κίνα και με την Βραζιλία και με την Ινδία και με την Τουρκία ώστε να εξασφαλίσεις καλύτερη κατανόηση των θέσεών σου και χτίζοντας συμμαχίες. Λειτουργώντας με δημόσια διπλωματία, θα αφήσεις και ένα πολύ μικρό μέρος για μυστική διπλωματία η οποία δεν είναι του παρόντος, αλλά πρέπει να υπάρχει για να ετοιμάζεις το εναλλακτικό σχέδιο αν το πρώτο αποτύχει. Στο εναλλακτικό σενάριο θα αφιερώσεις το 10% των προσπαθειών και του κόπου και των ανθρώπινων πόρων σου.

Όλα αυτά θα φέρουν από μόνα τους την απαραίτητη χρονική καθυστέρηση στη σύναψη της τελικής συμφωνίας, χωρίς να χρειαστεί να το ζητήσεις εγγράφως και χωρίς να καταναλώσεις τα επιχειρήματά σου για μια παράταση του μνημονίου ως τον Ιούνιο. Η ΕΚΤ και η Γερμανία λειτουργούν ορθολογικά δεδομένων των αντίθετων στόχων τους. Πιέζουν χρονικά, σου κόβουν τη ρευστότητα έστω και συμβολικά για λίγες μέρες για να σε υποχρεώσουν να αποδεχθείς να ζητήσεις παράταση του μνημονίου επομένως να βάλεις μόνος σου τη θηλιά γύρω από το λαιμό σου. Μετά θα σου δώσουν και την κατάργηση της τρόικας ως φύλλο συκής για να επιστρέψεις στην Ελλάδα και να παραμυθιάσεις τους Έλληνες ότι  … «Νικήσαμε»! Το ίδιο έκαναν με τον Παπανδρέου, με τον Βενιζέλο και με τον Σαμαρά. Το ίδιο κάνουν και τώρα. Είναι δυσκίνητοι και δυσκοίλιοι, αλλά αφού πιάνει γιατί να αλλάξουν τακτική;

Ποια είναι τα θετικά σε σύγκριση με τις αποτυχημένες διαπραγματεύσεις του Παπανδρέου το 2010 και των Σαμαρά – Βενιζέλου – Κουβέλη το 2012; Έχει αλλάξει η συγκυρία γιατί η ευρωπαϊκή οικονομία επτά χρόνια μετά την κρίση του 2008 παραμένει η μαύρη τρύπα της παγκόσμιας Οικονομίας. Αμερική, Ασία και Αφρική αναπτύσσονται με λογικούς ή με μεγαλύτερους ρυθμούς, εκτός από την Ευρώπη η οποία παίζει με τα μηδενικά σε ρυθμούς αύξησης και με αύξηση των ποσοστών ανεργίας και των κοινωνικών εισοδηματικών ανισοτήτων. Η Ευρώπη είναι το πρόβλημα και όλοι ζητούν από τη Γερμανία να επιτρέψει στην Ευρώπη να χαλαρώσει, να αυξήσει τον πληθωρισμό να ρίξει νέο χρήμα στην πραγματική οικονομία (οι τραπεζίτες να ρίξει φρέσκο χρήμα στην τραπεζική φούσκα) αλλά η Γερμανία επιμένει να ενεργεί ως δανειστής (που είναι) ενώ η Ευρώπη είναι συνολικά δανειολήπτρια και μάλιστα υπερχρεωμένη. Υπάρχει σαφής σύγκρουση συμφερόντων.

Η τακτική της Γερμανίας είναι να «εξαγοράζει» τη συμφωνία της Γαλλίας (και λίγο της Ιταλίας και της Ισπανίας) πατώντας στο λαιμό τον ευρωπαϊκό Νότο και την Ανατολική Ευρώπη. Έχει κάνει και μικρές υποχωρήσεις όπως να επιτρέψει στην ΕΚΤ να αγοράζει κρατικά ομόλογα από τη δευτερογενή αγορά πράγμα χρήσιμο μόνον για τους τραπεζίτες και για τους Γερμανούς αποταμιευτές. Οι Γερμανοί (κράτος, τράπεζες, επιχειρήσεις και νοικοκυριά) δανείζονται με σχεδόν μηδενικά ή πολύ μικρά επιτόκια, ενώ το ελληνικό κράτος με επιτόκιο από 10 ως 17% (θεωρητικά γιατί δεν μπορεί να δανειστεί καθόλου) οι ελληνικές επιχειρήσεις με 10 ως 17%, αλλά δεν τους δίνει κανείς δάνεια και τα νοικοκυριά ομοίως δεν έχουν καμία πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Από το ένα ως το άλλο άκρο, όλες οι χώρες της Ευρώπης έχουν πρόβλημα με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης να έχουν το μεγαλύτερο και με τις χώρες του Νότου να ζουν στην κόψη του ξυραφιού.

Οι χώρες του Βορρά είναι έξω από το στόχαστρο, αλλά εκείνες θα προκαλέσουν την καταστροφή όταν θα ξεφουσκώσει η φούσκα καταστρέφοντας τον Νότο και σε μικρότερο βαθμό τον εαυτό τους. Όταν όμως θα έχει πρόβλημα ο Βορράς τότε θα ληφθούν κεϋνσιανού τύπου μέτρα όπως έγινε και το 2008 -2009. Τότε έριξαν τρισεκατομμύρια στις τράπεζες και εκατοντάδες δισεκατομμύρια στις επιχειρήσεις και χιλιάδες ευρώ σε κάθε νοικοκυριό τονώνοντας την κατανάλωση προϊόντων όπως π.χ. αυτοκίνητα. Κάθε Γερμανός πήρε 5.000 ευρώ για να ανανεώσει το αυτοκίνητό του και κανείς δεν αγόρασε γαλλικό ή ιταλικό. Ελληνικό αυτοκίνητο δεν υπάρχει, αλλά δεν έδωσε π.χ. ένα βάουτσερ για να κάνει ο Γερμανός εργαζόμενος διακοπές στην Ελλάδα και στον Νότο. Δεν το έκανε ούτε συμβολικά δίνοντας τη δυνατότητα αυτή σε … 100.000 Γερμανούς άπορους ή άνεργους ή υποαπασχολούμενους.

Αν οι ΗΠΑ θέλουν να βοηθήσουν είναι προτιμότερο να το κάνουν σε διμερές επίπεδο. Για παράδειγμα μια αμερικανική ιδιωτική τράπεζα μπορεί να ενθαρρυνθεί να επενδύσει στην Ελλάδα π.χ. το «ευτελές ποσό» των 10 (δέκα) δισεκατομμυρίων δολαρίων παρέχοντας δάνεια σε δολάρια σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά και κερδίζοντας ένα μερίδιο αγοράς το οποίο θα της αποφέρει κέρδη την επόμενη δεκαετία. Το ίδιο ισχύει για τη Ρωσία και την Κίνα, τη Βραζιλία, την Ινδία ή τη Νότια Αφρική. Έχουν τέτοιες επιχειρήσεις, έχουν υπερβάλλουσα ρευστότητα και μπορούν να έχουν κυβερνητική ενθάρρυνση και εγγύηση ότι δεν θα χάσουν τα κεφάλαιά τους.

Τέτοιες «μικρές» συμφωνίες πρέπει να επιδιώξει το υπουργείο Ανάπτυξης και το υπουργείο Εξωτερικών. Μια επένδυση ακόμα και ενός δισεκατομμυρίου στον ελληνικό χρηματοπιστωτικό τομέα, θα οδηγήσει υπό προϋποθέσεις σε πενταπλάσια αύξηση του ΑΕΠ της χώρας. Οι μυστικές διαπραγματεύσεις π.χ. με τη Ρωσία ή με την Κίνα μπορούν να γίνουν στη  βάση ενός ομολόγου το οποίο δεν θα είναι διαπραγματεύσιμο στην δευτερογενή τραπεζική αγορά, συνεπώς δεν θα μετράει στο χρέος και θα μπορεί να ανταλλαγεί είτε με ιδιωτική περιουσία του δημοσίου την οποία κατέχει το ΤΑΙΠΕΔ σε τιμές που θα καθορίζονται με διαπραγματεύσεις (οι εμπορικές τιμές έχουν καταρρεύσει και δεν συμφέρουν την Ελλάδα) ή να συμψηφιστεί με απαιτήσεις της Ελλάδας από εξαγωγές προϊόντων κλπ ή να αποπληρωθεί στη λήξη του π.χ. μετά από δέκα χρόνια με ελάχιστο επιτόκιο. Για την Κίνα ή για τη Ρωσία ένα λιμάνι το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει έχει τεράστια οικονομική σημασία η οποία είναι πολλαπλάσια της αξίας των τσιμέντων που χρειάστηκαν για να κατασκευαστεί. Είναι λοιπόν δίκαιο μια τέτοια δημόσια συμφωνία (όπως της Cosco) να συνοδεύεται από μια ανάλογη μυστική συμφωνία (αντί για διεθνείς ανοιχτούς διαγωνισμούς όπως επιβάλει η παγκοσμιοποίηση) όπως για παράδειγμα ότι η εταιρία υποχρεώνεται να διατηρεί σε ελληνικές τράπεζες καταθέσεις τουλάχιστον ίσες του ετήσιου τζίρου της. Οι ελληνικές αυτές τράπεζες, μπορούν να είναι και κινέζικης ή ρώσικης ιδιοκτησίας, αλλά απαγορεύεται να έχουν συναλλαγές σε φορολογικούς παραδείσους και προορισμούς εχεμύθειας. Μπορούν να δίνουν δάνεια σε ελληνικές επιχειρήσεις (Ελλήνων ή Κινέζων ή Ρώσων επενδυτών) ή σε ελληνικά νοικοκυριά, να βγάζουν κέρδη τα οποία θα φορολογούνται δίκαια και δεν θα έχουν φορολογική ασυλία. Οι καταθέσεις αυτές θα είναι ελεύθερες να κινηθούν χωρίς κανέναν περιορισμό, δεν  θα υπάρχει άλλος έλεγχος ή περιορισμός, αρκεί να διατηρούνται σε προκαθορισμένο ύψος, ανάλογο με το ύψος των εργασιών τους. Σήμερα τα διαθέσιμα των ξένων αλλά και των ελληνικών επιχειρήσεων, δεν διατηρούνται στις ελληνικές τράπεζες, αλλά σε φορολογικούς παραδείσους όπως το Λουξεμβούργο και άλλοι 150 προορισμοί εχεμύθειας. Αν οι «αγορές» έχουν αυτό το αποτέλεσμα, το κράτος μπορεί να το διορθώσει, χωρίς να επιβάλει καμιά φορολογία ή άλλο περιοριστικό μέτρο. Μπορεί να είναι πειστικό με άλλους τρόπους, ώστε να αποκαταστήσει την τραπεζική πίστη στα επίπεδα ενός κυρίαρχου κράτους που εγγυάται όλες τις καταθέσεις για όλους.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, η συναίνεση είναι απαραίτητη, ώστε όχι μόνον για να εξασφαλίζεται η μέγιστη δυνατή πίεση στους δανειστές, αντί να λειτουργούν τα άλλα κόμματα (ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΠΟΤΑΜΙ) ως πίεση των δανειστών προς την Ελλάδα, δηλαδή ως Πέμπτη φάλαγγα στα μετόπισθεν. Επιπλέον χρειάζεται εξασφάλιση ότι αυτή η πολιτική θα συνεχιστεί για 10 ή για 30 χρόνια, ώστε να αποδώσει καρπούς. Συνεπώς πρέπει η συναίνεση να φτάνει στο 66% του ελληνικού λαού, και επομένως κάθε τέτοια συμφωνία πρέπει να υποστηρίζεται από τα 3/5 ή από τα δύο τρίτα της Βουλής.

Δυστυχώς ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε άσχημα. Άρχισε τις συνομιλίες χωρίς να έχει πάρει ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής και τροποποίησε τις προτάσεις μέσα σε μία εβδομάδα, καθ’ οδόν από την Αθήνα ως το Βερολίνο, με ενδιάμεσες στάσεις στην Ιταλία, στη Γαλλία, στις Βρυξέλλες και στη Φρανκφούρτη. Αν οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης δεν είναι δεσμευτικές και δεν είναι γνωστές, τότε κάνουμε άσχημο ξεκίνημα. Αν η Βουλή και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν έχουν εγκρίνει το σχέδιο, τότε έχουν δώσει λευκή επιταγή. Οι πολίτες όμως δεν υπέγραψαν λευκή επιταγή.

Οι διαπραγματεύσεις πρέπει να διεξάγονται από την κυβέρνηση, αλλά και να παρακολουθούνται εκ του σύνεγγυς από μια επιτροπή της Βουλής η οποία θα γίνει και το όχημα της συναίνεσης. Η επιτροπή αυτή θα συνεδριάζει άλλοτε δημόσια και άλλοτε κεκλεισμένων των θυρών. Για ευνόητους λόγους. Δεν είναι ανάγκη να ακολουθεί την διαπραγματευτική ομάδα στο εξωτερικό. Αρκεί να βρίσκεται σε διαρκή συνεδρίαση και να λαμβάνει ηλεκτρονικά κάθε έγγραφο που κατατίθεται από την Ελλάδα ή από τους ξένους συνομιλητές και να το αξιολογεί. Δεν θα έχει τη δυνατότητα να εκφέρει γνώμη αλλά θα ενημερώνεται σε πραγματικό χρόνο. Θα έχουν δεσμευτεί τα μέλη της να τηρούν εμπιστευτικότητα και μόνον ο πρόεδρος της επιτροπής (ο οποίος θα ανήκει στο κυβερνών κόμμα) θα έχει δικαίωμα να κάνει δηλώσεις στον Τύπο εκ μέρους της επιτροπής αυτής.

Η όποια συμφωνία επιτευχθεί επειδή προφανώς είναι μια πολυμερής διεθνής συμφωνία θα πρέπει να ψηφιστεί από τουλάχιστον 180 βουλευτές για να εγκριθεί και ο νόμος αυτός θα πρέπει να εγκριθεί στη συνέχεια με δημοψήφισμα και από τον ελληνικό λαό. Η Ελλάδα και η κυβέρνηση δεν έχει πολλά νέα επιχειρήματα να ρίξει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Έχει όμως το ηθικό πλεονέκτημα, τόσο ως κυρίαρχη χώρα ισότιμο μέλος της ΕΕ όσο και ως θύμα εφαρμογής μιας λαθεμένης συνταγής, η οποίαν προκάλεσε τεράστιο πόνο χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Η μεγάλη δημοσιότητα που συνοδεύει τις διαπραγματεύσεις έχει μεγάλη σημασία για τη δημόσια εικόνα της Γερμανίας η οποία θα ζημιωθεί από μια εικόνα κτηνώδως δύναμης που εφαρμόζεται σε αδύναμο αντίπαλο με την αλαζονεία του νόμου της ζούγκλας. Σε εξανδραποδίζω επειδή μπορώ να το κάνω. Καμία μεγάλη χώρα δεν αδιαφορεί για την παγκόσμια εικόνα της.  Από την άποψη αυτή η αντίδραση του Πάνου Καμένου στις δηλώσεις της Γερμανίδας υπουργού Άμυνας, ήταν πιο αποτελεσματική από τις απαντήσεις του Γιάννη Βαρουφάκη ο οποίος πρέπει να τηρεί χαμηλούς τόνους και έδειξε ότι έχει επικοινωνιακό χάρισμα. Υπάρχουν όμως άλλα στελέχη που πρέπει να απαντούν κατάλληλα, όπως ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο υπουργός Εξωτερικών, η πρόεδρος της Βουλής και άλλοι υπουργοί και εκπρόσωποι.

Η επικοινωνία και η προπαγάνδα είναι μεγάλο μέρος της πίεσης που ασκείται στους διαπραγματευτές γιατί επηρεάζουν όχι μόνον τους πολίτες, αλλά και τα μέσα ενημέρωσης και τις αγορές οι οποίες αντιδρούν ως κοπάδι σε πανικό. Αντί να είναι ένα όπλο που στρέφεται εναντίον μας μπορεί να γίνει ένα βέλος στη φαρέτρα μας.

.ΠΗΓΗ  http://www.analyst.gr/2015/02/06/lathos-ksekinima/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s