Ο Κοτζιας υπενθυμιζει στη Γερμανία πως πρεπει να αναγνωρίσει ότι υπάρχει πρόβλημα με το κατοχικό δάνειο ενω ο Σουλτς πεταει τη μπαλλα στην εξεδρα…

Η επιλεκτικη μνημη των Γερμανων και οι ετεροβαρεις κανονες που θελουν να θεσουν για ομοειδη θεματα ειναι κατι που αργα ή γρηγορα θα το βρισκουν ολο και περισοτερο μπροστα τους οσα προσκομματα και οσες εωλες αρνησεις κι αν θεσουν σε ενα θεμα που πραγματικα τους ποναει και δυστυχως αποδεικνυει οτι εχουν διατηρησει πολλα απ’τα ιδιαιτερα αρνητικα χαρακτηριστικα του προσφατου παρελθοντος τους…

Johny F.

Αναλυτικα τα ρεπορταζ

Θέλουμε σχέσεις ισότητας, ειλικρίνειας και δημιουργίας με τη Γερμανία δηλώνει ο υπουργός Εξωτερικών. «Οπως εμείς οφείλουμε το πραγματικό χρέος να το πληρώσουμε ακόμη περισσότερο οφείλουν αυτοί το δικό τους», το σχόλιο για τις πολεμικές αποζημιώσεις.

«Είμαι οπαδός μιας δημιουργικής, ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής και όχι μιας που παρατηρεί το τι κάνουν οι άλλοι». Με αυτό τον τρόπο περιγράφει ο νέος Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς, την προσωπική του στάση απέναντι στο αξίωμα του, σε συνομιλία του με την Deutsche Welle στο Βερολίνο χθες, μόλις λίγες ώρες πριν από την συνάντηση του με το γερμανό ομόλογο του Φρανκ Βάλτερ Στάϊνμαγερ.

Βασικό θέμα της συνέντευξης ήταν οι ελληνογερμανικές σχέσεις. Γεγονός είναι πάντως ότι οι πρόσφατες επίσημες ελληνικές δηλώσεις για την ουκρανική κρίση ή ακόμη και τα αιτήματα της Ελλάδας που απορρέουν από την περίοδο της γερμανικής Κατοχής έχουν προκαλέσει αρκετά ερωτήματα στο Βερολίνο για τις προθέσεις της Αθήνας.

Κατ’ αρχάς όμως πως θα ήθελε να είναι οι ελληνογερμανικές σχέσεις ο νέος ΥπΕξ; «Θα είναι σχέσεις ισότητας, ειλικρίνειας και δημιουργικές. Το κύριο που άλλαξε δεν είναι οι ελληνογερμανικές σχέσεις αλλά η στάση της Ελλάδος. Η Ελλάδα υπενθυμίζει σε όλους τους εταίρους, και είμαι σίγουρος ότι η Γερμανία ως χώρα ευρωπαϊκή θα το αποδεχθεί, ότι είναι κράτος μέλος της ΕΕ ισότιμο και όχι μια χώρα την οποία διοικούν τρίτοι».

Σε αντίθεση με προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις, οι οποίες συνήθως περιορίζονταν στη δήλωση ότι το θέμα των επανορθώσεων, αποζημιώσεων και του κατοχικού δανείου παραμένουν ανοιχτά, η σημερινή κυβέρνηση φαίνεται διατεθειμένη να ξεκινήσει στα σοβαρά μια διαδικασία διεκδίκησης. Πράγματι, διαβεβαιώνει ο Νίκος Κοτζιάς, αυτή είναι η πρόθεση της ελληνικής πλευράς:

«Αυτό που πρώτα, πρώτα, θέλουμε είναι να κατανοήσει η Γερμανία ότι υπάρχει το πρόβλημα. Να πάψει να μην το αναγνωρίζει, να κάτσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με ειδικούς, νομικούς και ιστορικούς και να δούμε ποια είναι η κοινή απάντηση που θα δοθεί. Αλλά η κοινή απάντηση θα πρέπει να έχει σχέση με την ιστορική αλήθεια και με κάτι άλλο ακόμη: Θα πρέπει οι Γερμανοί, και εννοώ τα γερμανικά ΜΜΕ, να πάψουν να κάνουν αυτό που έχω ονομάσει στο τελευταίο μου βιβλίο ‘οικονομικό ρατσισμό’, να μας βρίζουν ως τεμπέληδες, μπαταχτσήδες που δεν πληρώνουν. Χρωστούν πριν από εμάς. Και όπως εμείς οφείλουμε το πραγματικό χρέος να το πληρώσουμε ακόμη περισσότερο οφείλουν αυτοί το δικό τους. Ό,τι και αν έκανε η Ελλάδα, το σημερινό της χρέος είναι προϊόν κακών πολιτικών επιλογών, το δικό τους είναι κακού πολέμου».

Αυτά τα επιχειρήματα έχουν προκαλέσει σε αρκετά γερμανικά έντυπα, τα οποία δεν τηρούν οπωσδήποτε αρνητική στάση απέναντι στην Ελλάδα, την εντύπωση ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει το συμψηφισμό των κατοχικών διεκδικήσεων με την περικοπή του χρέους. Ο Νίκος Κοτζιάς αρνείται να μπει σε αυτή τη λογική:

«Το κύριο πρόβλημα της χώρας με την Γερμανία είναι να συμφωνήσουμε ότι έχουν χρέη από το παρελθόν. Και το δεύτερο πρόβλημα της χώρας είναι ότι έχουμε μιλήσει πολύ για το χρέος άλλα όχι για την παραγωγική ανασυγκρότηση του τόπου. Η παραγωγική ανασυγκρότηση του τόπου είναι απαραίτητη διότι η αύξηση του ΑΕΠ αυτόματα μειώνει το ποσοστό του χρέους».

Εντύπωση και αρνητικά σχόλια προκάλεσαν στην κοινή γνώμη πολλών χωρών της ΕΕ οι πρώτες κινήσεις της νέας ελληνικής κυβέρνησης όσον αφορά την στάση της απέναντι στη Μόσχα. Πολλές φορές εκφράστηκε ο φόβος ότι η Αθήνα προτίθεται να ακολουθήσει φιλορωσική πολιτική, ότι θα σταθεί εμπόδιο στην προσπάθεια διατύπωσης μιας κοινής ευρωπαϊκής γραμμής πλεύσης. Ο Έλληνας ΥπΕξ απορρίπτει αυτές τις κατηγορίεςκαι υπενθυμίζει ότι διαφορές για την αντιμετώπιση της ουκρανικής κρίσης και της Ρωσίας δεν επικρατούν μόνον ανάμεσα σε κράτη της ΕΕ αλλά ακόμη και ανάμεσα στο γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών και την Καγκελαρία. Ο Νίκος Κοτζιάς:

«Η Ελλάδα δεν είναι ένα περίεργο ζώο που είπε κάποια περίεργα πράγματα για την Ρωσία. Απλώς τους φάνηκε περίεργο ότι τους είπαμε ότι είμαστε ισότιμοι και έχουμε άποψη. Μάλιστα θα έλεγα ότι οι τρεις προτάσεις που έκανα έγιναν στο τέλος της διαπραγμάτευσης αποδεκτές. Και αυτοί που έθεσαν βέτο ήταν η Πολωνία, οι χώρες της Βαλτικής και της Σκανδιναβίας. Στο τέλος έμεινε το Ηνωμένο Βασίλειο μόνο του. Εγώ δεν καταλαβαίνω γιατί μας χρεώνουν εμάς διαφοροποίηση, όταν η συμφωνία υπήρξε στη βάση των προτάσεων μας».

Πέραν αυτού, εξηγεί ο Νίκος Κοτζιάς, θα πρέπει γίνει κατανοητό στην ΕΕ ότι «η ελληνική εξωτερική πολιτική είναι στοιχείο της ευρωπαϊκής» και ότι δεν νοείται ευρωπαϊκή πολιτική «χωρίς να ενσωματώσει ως συστατικό της στοιχείο την ελληνική εξωτερική πολιτική». Αυτή είναι η βάση επάνω στην οποία διαμορφώνονται οι ελληνορωσικές σχέσεις. Οι σχέσεις αυτές δεν εγκυμονούν κινδύνους για την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, αλλά εμπεριέχουν δυνητικές ευκαιρίες.

ΠΗΓΗ  http://www.euro2day.gr/news/economy/article/1302983/kotzias-h-germania-na-anagnorisei-oti-yparhei-pro.html

Σουλτς σε Γλέζο: Καμία συζήτηση για τις γερμανικές αποζημιώσεις

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επικαλέσθηκε τον Κανονισμό λειτουργίας του Σώματος – Πότε μπορεί να γίνει σχετική συζήτηση

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μάρτιν Σουλτς, για να απορρίψει πρόταση του Μανώλη Γλέζου, να διεξαχθεί ειδική συζήτηση στο Ευρωκοινοβούλιο, για τις γερμανικές αποζημιώσεις, επικαλέστηκε τον Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Λαμβάνοντας το λόγο επί διαδικαστικού, αμέσως μόλις άρχισε η συνεδρίαση της Ολομέλειας του Ευρωκοινοβουλίου, ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Μανώλης Γλέζος, ζήτησε από τον πρόεδρο Μάρτιν Σουλτς να διεξαχθεί στην Ολομέλεια, μία ειδική συζήτηση για το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων.

«Έγιναν κάποιες δηλώσεις επικεφαλής πολιτικών ομάδων, ότι κακώς εγείρεται θέμα από την Ελλάδα για τις γερμανικές αποζημιώσεις, χωρίς όμως αυτές οι δηλώσεις ν’ απηχούν τις απόψεις του Ευρωκοινοβουλίου και κυρίως χωρίς προηγούμενα να έχουν συζητηθεί στην Ολομέλεια» τόνισε ο κ. Γλέζος. Ωστόσο, κατέληξε ο Έλληνας ευρωβουλευτής «θέμα για τις γερμανικές αποζημιώσεις υπάρχει και είναι νομικά και οικονομικά τεκμηριωμένο».

Ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς, επικαλέστηκε τον Κανονισμό λειτουργίας του Σώματος, για να διευκρινίσει ότι το σχετικό αίτημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό αυτήν τη στιγμή.

Πρόσθεσε, όμως, ότι σχετική συζήτηση για τις γερμανικές αποζημιώσεις στην Ολομέλεια μπορεί να γίνει, αν συγκεντρωθούν 40 υπογραφές ευρωβουλευτών που να το ζητούν ή αν το ζητήσει, στη διάσκεψη των προέδρων, η επικεφαλής της Ενωτικής Ομάδας της Αριστεράς στο Ευρωκοινοβούλιο Γκάμπι Τζίμερ.

ΠΗΓΗ   http://www.protothema.gr/politics/article/450619/soults-se-glezo-kamia-suzitisi-gia-tis-germanikes-apozimioseis/
Advertisements

One thought on “Ο Κοτζιας υπενθυμιζει στη Γερμανία πως πρεπει να αναγνωρίσει ότι υπάρχει πρόβλημα με το κατοχικό δάνειο ενω ο Σουλτς πεταει τη μπαλλα στην εξεδρα…

  1. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να τα βάλει με τα λόμπι και τις οργανωμένες συντεχνίες

    Εάν υπήρχε οιαδήποτε ελπίδα ότι οι επερχόμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ της νέας ελληνικής κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και των πιστωτών της ευρωζώνης θα ήταν ήρεμες, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας τη διέλυσε.

    Η περιφρονητική του ρητορική μπορεί να βρίσκει ανταπόκριση όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε κάποιους κύκλους της ευρωπαϊκής αριστεράς. Ορισμένοι πολιτικοί και σχολιαστές θεωρούν ότι η διαμάχη μεταξύ της Αθήνας και της υπόλοιπης ευρωζώνης – ή μόνο με τη Γερμανία – ουσιαστικά είναι μάχη μεταξύ των προοδευτικών και αντιδραστικών δυνάμεων για την ψυχή της Ευρώπης, ένας δημοσιονομικός Ισπανικός Εμφύλιος για τον 21ο αιώνα.

    Η δυσκολία σε αυτή την ανάλυση είναι πως τα δομικά προβλήματα της Ελλάδας – τα οποία σχηματίζουν την καρδιά του προγράμματος στήριξης στο οποίο χρειάζεται να συμφωνήσει ώστε να πάρει βοήθεια – δεν περιορίζονται σε ένα απλό πλαίσιο τάξεων.

    Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ορίσει ότι ένας από τους πρώτους στόχους του θα είναι οι πλούσιοι «ολιγάρχες». Η πολιτική οικονομία της χώρας όμως, από την κορυφή ως τα νύχια, είναι ένα πελατειακό σύστημα όπου οι βασικές ομάδες συμφερόντων εξαγοράζονται σε αντάλλαγμα για συγκεκριμένες χάρες. Εν αντιθέσει με την ιδεολογική πλατφόρμα όπου τα αριστερά και τα δεξιά κόμματα στηρίζονται από διαφορετικές ομάδες της κοινωνίας, τα λόμπι την Ελλάδα αποδεικνύεται ότι είναι τα ίδια όποιος κι αν είναι στην εξουσία.

    Δύσκολα θα μπορούσε να περιγράψει κανείς το δυτικοευρωπαϊκό αρχέτυπο ως κεντροαριστερό κόμμα που ιστορικά θεμελιώνεται από το συνδικαλιστικό κίνημα και τις δημόσιες υπηρεσίες και ένα κεντροδεξιό κόμμα που ιστορικά θεμελιώνεται από τις επιχειρήσεις, τους επαγγελματίας και τις διευθυντικές τάξεις. Η Ελλάδα, κατά κάποιο τρόπο μοιάζει περισσότερο με χώρα της Λατινικής Αμερικής όπου ισχυροί θεσμοί που έχουν διεισδύσει στο σύστημα, παραχαϊδεύονται όποια κι αν είναι η κυβέρνηση στην εξουσία. Όποιον κι αν ψηφίσετε, τα συμφέροντα επικρατούν.

    Αυτό το σύστημα επεκτάθηκε σημαντικά κατά τη δεκαετία της δεκαετίας του 1980 με τις κυβερνήσεις του κεντροαριστερού ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν υπέστη σημαντικές μεταρρυθμίσεις από τις επόμενες κυβερνήσεις της κεντροδεξιάς Νέας Δημοκρατίας.

    Στους ισχυρούς πελάτες περιλαμβάνεται η ΔΕΗ, η κρατική εταιρία ενέργειας η οποία έχει γεμίσει από υποστηρικτές του κόμματος που κρατούν τις λιγότερο απαιτητικές θέσεις εργασίας, η ομοσπονδία των φοροϋπαλλήλων (οι οποίοι αρνούνται ακόμη και να συναντηθούν με Ευρωπαίους ομολόγους τους που προσφέρονται να βοηθήσουν για να βελτιωθεί η λυπηρή απόδοση των ελληνικών αρχών) και ο Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς, που ουσιαστικά είναι συνώνυμο του υπεράριθμου προσωπικού και της χαμηλής παραγωγικότητας.

    Πολλά από αυτά τα συμφέροντα διατηρούνται παρά τις πολυετείς προσπάθειες «μεταρρυθμίσεων» υπό το τρέχον πρόγραμμα στήριξης. Το πρόγραμμα που συμφωνήθηκε με την τρόικα το 2012 για παράδειγμα, αρχικά είχε στόχο μειώσεις στα γενναιόδωρα σχήματα συντάξεων των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα. Μετά από ισχυρότατο lobbying, οι μειώσεις μετατοπίστηκαν ώστε να βαρύνουν και τις πολύ λιγότερο πλούσιες συντάξεις που υπάρχουν εκτός δημοσίου τομέα.

    Υπό αυτή την έννοια, οι αρχικές κινήσεις του ΣΥΡΙΖΑ σε ότι αφορά το πρόγραμμα δομικών αλλαγών που κληρονομήθηκε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως τυπική κεντροδεξιά ιδεολογία ή ως διαιώνιση του πελατειακού συστήματος. Υποσχέθηκε να αντιμετωπίσει τα κατεστημένα συμφέροντα, καταργώντας για παράδειγμα τη φοροδιαφυγή στην Ελλάδα. Παράλληλα όμως, πάγωσε την ιδιωτικοποίηση τόσο της ΔΕΗ όσο και του ΟΛΠ.

    Για να είμαστε δίκαιοι, ο λόγος που έδωσε ο υπουργός Οικονομικών κ. Γιάννης Βαρουφάκης για το πάγωμα των ιδιωτικοποιήσεων έχει κάποια ουσία. Το ξεπούλημα των κρατικών επιχειρήσεων εν μέσω χρηματοοικονομικής κρίσης και υπό την χρονική πίεση για να κλείσουν οι τρύπες στις δημόσιες δαπάνες, δεν είναι η καλύτερη συνταγή επιτυχίας για την επίτευξη της βέλτιστης τιμής. Ούτε θα βρεθεί με αυτό τον τρόπο ο καλύτερος νέος ιδιοκτήτης για να φέρει τις πολυπόθητες επενδύσεις, ειδικότερα σε μία κουλτούρα διαφθοράς και θολών προμηθειών του Δημοσίου.

    Η ίδια η Γερμανία θα πρέπει να γνωρίζει ότι υπάρχει η πιθανότητα να χρησιμοποιηθεί δωροδοκία για να εξασφαλιστούν συμβόλαια, καθώς οι δικές της γερμανικές επιχειρήσεις φέρονται να πλήρωσαν τέτοιες αμοιβές για να κάνουν δουλειές στην Ελλάδα.

    Γενικότερα, η ιστορία της εφαρμογής μίας μακράς λίστας πολιτικά ευαίσθητων αλλαγών εν μέσω οικονομικής κατάρρευσης, δεν είναι ευχάριστη. Έχουν περάσει σχεδόν 20 χρόνια από τότε που το ΔΝΤ, υπό την πίεση του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, απαίτησε δεκάδες κινήσεις από τις ασιατικές χώρες που είχαν πληγεί από την χρηματοοικονομική κρίση της περιόδου 1997-98. Η απαίτηση για απελευθέρωση του μονοπωλίου μπαχαρικών της Ινδονησίας είχε κολλήσει για χρόνια ως σύμβολο περιττών και παρεμβατικών όρων. Η εχθρική στάση εναντίον του ΔΝΤ υπάρχει ακόμη στην περιοχή, παρά τις απολογίες που διατυπώθηκαν στη συνέχεια.

    Παρόλα αυτά, η προτιμητέα λύση του κ. Βαρουφάκη φαίνεται πως δεν είναι η αναβολή των ιδιωτικοποιήσεων μέχρις ότου μπορούν να γίνουν πιο ήρεμα για να πετύχουν υψηλότερες τιμές. Αντιθέτως, θέλει να χρηματοδοτήσει επενδύσεις με δημόσιο χρήμα μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Ο Βαρουφάκης μπορεί να βλέπει σοβαρά ή όχι την αντιμετώπιση των συμφερόντων στην ελληνική οικονομία, αλλά για το δύσπιστο βορειοευρωπαίο αυτό θα φανεί σαν να ρίχνουμε περισσότερο δημόσιο χρήμα στην αδιόρθωτη ελληνική οικονομία.

    Επιπλέον, όποιες κι αν είναι οι προθέσεις του Βαρουφάκη, είναι ένας τεχνοκράτης που έχει ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του στο εξωτερικό και όχι ένας ισχυρός πολιτικός. Ένα ακόμη βασικό μειονέκτημα των προγραμμάτων στήριξης του ΔΝΤ είναι πως στηρίζονται σε έναν υπουργό ο οποίος είναι λαμπρό πρόσωπο, αλλά δεν έχει το πολιτικό ανάστημα για να τα βάλει με τα κατεστημένα συμφέροντα. Εν αντιθέσει, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, τείνει να παίρνει καιροσκοπικά την πλευρά συγκεκριμένων πελατειακών ομάδων αντί να ζητά ριζικές μεταρρυθμίσεις.

    Δυστυχώς λοιπόν, υπάρχει σοβαρή αναντιστοιχία ανάμεσα στη μεταρρύθμιση του πελατειακού συστήματος και στις πιεστικές ανάγκες των αναγκών δημόσιας χρηματοδότησης. Το πρώτο θα πάρει χρόνια και η πορεία των προηγούμενων κυβερνήσεων δεν είναι καθησυχαστική. Η Ελλάδα, μπορεί να έχει ανέβει σημαντικά στους δείκτες διακυβέρνησης και επιχειρηματικότητας της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΟΟΣΑ κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων της τρόικας, αλλά έχει αποτύχει στους περισσότερους διαρθρωτικούς στόχους που είχε θέσει. Η ανάγκη της για συνεχή χρηματοδότηση από την άλλη πλευρά, θα αυξηθεί τους επόμενους μήνες – αν όχι εβδομάδες.

    Χρειάζεται τεράστια -αν όχι τυφλή – εμπιστοσύνη από την πλευρά των χωρών της βορείου Ευρώπης για να πιστέψουν ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αποδώσει μία προοδευτική εκδοχή των διαρθρωτικών αλλαγών για να απορρίψουν συνολικά την ιδέα.

    Οι δύο πρώτες εβδομάδες του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία δεν τους έχουν διαβεβαιώσει ότι θα ήταν δικαιολογημένο να δείξουν αυτή την εμπιστοσύνη.

    ΠΗΓΗ: FT.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s