Ούτε σύγκρουση ούτε ρήξη, διέξοδος με οδηγό τη λογική.

Οι δύο πρώτες εβδομάδες της νέας ελληνικής κυβέρνησης υπό τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα είχαν έντονα σκαμπανεβάσματα. Αντιμέτωπη με την κρίση, η κυβέρνηση διαπραγματεύεται ωθώντας καταστάσεις στα άκρα. Ανακήρυξε μονομερώς ότι δεν θα σεβαστεί την προηγούμενη συμφωνία και ότι θα αυξήσει τις κρατικές δαπάνες, ενώ ταυτόχρονα θα παραμένει φερέγγυα. Η απάντηση ήταν αναμενόμενη: η υπόλοιπη Ευρωζώνη και ειδικότερα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Γερμανία ένιωσαν να εκβιάζονται και απάντησαν στην πρόκληση. Η ΕΚΤ κατέστησε δυσκολότερη την πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών στη ρευστότητα, ενώ η κυβέρνηση Μέρκελ έστειλε το σήμα πως θεωρεί διαχειρίσιμη την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ.

Αναμφισβήτητα η απάντηση ήταν αναγκαία αλλά όχι επαρκής. Ηταν αναγκαία διότι μια χώρα δεν μπορεί να αποφασίσει μονομερώς να αυξήσει τις δαπάνες της εις βάρος των υπολοίπων μελών της νομισματικής ένωσης και να ελπίζει πως θα τις χρηματοδοτήσει μέσω της ΕΚΤ. Επίσης δεν μπορεί να ανασκευάζει μονομερώς συμφωνίες που είχαν συνάψει η προηγούμενη κυβέρνηση και οι Ευρωπαίοι εταίροι. Ωστόσο, μέχρι σήμερα η απάντηση είναι ανεπαρκής. Η νέα ελληνική κυβέρνηση ψηφίστηκε με την ισχυρή εντολή να αλλάξει πορεία τόσο σε σχέση με την εσωτερική οικονομική πολιτική όσο και τη σχέση με τους εταίρους της. Το να αγνοήσει αυτή την εντολή δεν αποτελεί επιλογή. Οι Ελληνες χρειάζονται μια ρεαλιστική προσδοκία ότι θα βελτιωθεί η καθημερινότητά τους. Αυτή η προοπτική δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα στοιχήματος, μονομερούς ενέργειας ή εκβιασμού. Αντιθέτως, πρέπει να είναι το αποτέλεσμα σοβαρών ενεργειών στο εσωτερικό και μιας συμφωνίας στο Eurogroup. Ποια θα ήταν τα βασικά σημεία μιας συμφωνίας;

Πρώτον, η νέα ελληνική κυβέρνηση πρέπει να σοβαρευτεί όσον αφορά την υπόσχεσή της να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά προβλήματα. Είναι ζωτικής σημασίας η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς, η οποία δεν έτυχε της πρέπουσας σημασίας από την προηγούμενη κυβέρνηση, όπως είπε από το Βερολίνο ο νέος υπουργός Οικονομικών. Η εκπόνηση ενός στιβαρού σχεδίου και η επιτυχής υλοποίησή του θα ενισχύσει σε μεγάλο βαθμό την αξιοπιστία της νέας κυβέρνησης τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.

Το δεύτερο στοιχείο είναι ένα πρόγραμμα ώστε να καλυφθούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας τους επόμενους μήνες. Είναι αναγκαίο ένα τέτοιο πρόγραμμα διότι, σε διαφορετική περίπτωση, η ελληνική κυβέρνηση δεν θα είναι σε θέση να αποπληρώσει εγκαίρως την ΕΚΤ και το ΔΝΤ ή να καλύψει όλες τις δαπάνες της. Η Ελλάδα θα πρέπει να εκπληρώσει όρους ώστε να λάβει αυτό το πρόγραμμα, διαφορετικά θα πρέπει να συμβιβαστεί με τους δημοσιονομικούς περιορισμούς της. Οι όροι δεν είναι ανάγκη να συνοδεύονται από επίσημη τρόικα.

Τρίτον, οι εταίροι θα πρέπει να συζητήσουν το αίτημα για μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος. Ενα πολύ χαμηλότερο πλεόνασμα θα αυξήσει τα βάρη για τους φορολογουμένους των υπόλοιπων χωρών. Ομως δεν είναι ρεαλιστικό ένα πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από το 4% του ΑΕΠ. Ταυτόχρονα, η κατάσταση της κοινωνίας είναι οικτρή σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας και σε άλλες χώρες που χτυπήθηκαν από την κρίση.Συνεπώς η Ε.Ε. θα μπορούσε να συμφωνήσει σε ένα ειδικό πρόγραμμα με στόχο την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων όπου χρειάζεται περισσότερο.

Τέταρτον, πρέπει να δοθεί προσοχή στο μέγεθος του χρέους. Προς το παρόν, η Ελλάδα δεν έχει υψηλό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της. Το κόστος της τάξεως του 2% του ΑΕΠ είναι εφικτό μόνο επειδή οι επίσημοι δανειστές έδωσαν οκταετή περίοδο χάριτος. Συνεπώς δεν είναι εφικτό να υπάρξουν δημοσιονομικά οφέλη αμέσως. Ωστόσο, είναι εφικτό να εξαλειφθεί η αβεβαιότητα σχετικά με το ελληνικό χρέος. Στο πλαίσιο ενός θετικού σεναρίου, η Ελλάδα θα καταφέρει να υπερβεί τις διαρθρωτικές της αδυναμίες, θα ενισχυθεί η ανάπτυξη και θα μειωθεί η αναλογία χρέος προς ΑΕΠ χάρη στην αύξηση του ΑΕΠ. Πάντως το ΑΕΠ μπορεί να αυξηθεί και λιγότερο. Από μόνη της αυτή η αβεβαιότητα αποτελεί βάρος για την Ελλάδα, διότι οι επενδυτές δεν πλησιάζουν χώρες των οποίων είναι αβέβαιη η φερεγγυότητα. Μια λύση θα ήταν να συνδεθούν τα επίσημα δάνεια με την πορεία του ΑΕΠ. Θα πρέπει να το λάβουν σοβαρά υπόψη τους οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης. Ετσι θα απομακρυνθεί μια σοβαρή αβεβαιότητα για την Ελλάδα αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη. Μία συμφωνία εξακολουθεί να είναι εφικτή, αλλά η ελληνική πλευρά θα πρέπει να μετακινηθεί περισσότερο.

* O κ. Guntram Wolff είναι διευθυντής του think tank Bruegel στις Βρυξέλλες.

ΠΗΓΗ  http//www.kathimerini.gr/803328/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/oyte-sygkroysh-oyte-rh3h-die3odos-me-odhgo-th-logikh

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s