Σούλμαιστερ: Οι ελίτ αντιμετωπίζουν τον Τσίπρα όπως αντιμετώπιζαν τον Αλιέντε.

Η σημερινή συμπεριφορά των «ελίτ» προς τον Αλέξη Τσίπρα του θυμίζει λίγο εκείνη απέναντι στον πρόεδρο της Χιλής Σαλβαντόρ Αλιέντε, με τη διαφορά ότι οι σημερινές «ελίτ» δεν χρειάζεται παρά να κλείσουν τη στρόφιγγα των χρημάτων, τονίζει ο Αυστριακός οικονομολόγος, Στέφαν Σούλμαιστερ, στο πλαίσιο ενός αναλυτικού «πορτρέτου» του, που παρουσιάζει η αυστριακή συντηρητική εφημερίδα «Ντι Πρέσε».

΄Οπως γράφει η εφημερίδα, ο θεωρούμενος ως ο κορυφαίος των «αριστερών» οικονομολόγων της Αυστρίας, αν και ο ίδιος δηλώνει ότι δεν είναι καν αριστερός, εμφανίστηκε τις προηγούμενες εβδομάδες ως ένας από τους ηγέτες της αυστριακής λέσχης οπαδών του ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας διοργανώσει τη συγκέντρωση πανηγυρισμού της εκλογικής νίκης του, την επομένη των εκλογών, μπροστά στο κτίριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Βιέννη.

Συμμετείχε επίσης, παρά τη σφοδρή χιονοθύελλα, στην ενθουσιώδη υποδοχή του νέου Έλληνα πρωθυπουργού από Έλληνες και Αυστριακούς, την περασμένη Δευτέρα μπροστά στο Μέγαρο της Καγκελαρίας, όπου είχαν πραγματοποιηθεί οι συνομιλίες με τον Αυστριακό καγκελάριο Βέρνερ Φάιμαν.

Ο ίδιος φέρεται να θεωρεί το ΣΥΡΙΖΑ ως «λύση ανάγκης», στην οποία όμως «δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή», ενώ με την παρουσία του στην υποδοχή του Αλέξη Τσίπρα μπροστά στην καγκελαρία θέλησε να στείλει ένα μήνυμα «για να ασχοληθεί η ΕΕ σοβαρά με τα αιτήματα της νέας ελληνικής κυβέρνησης», και επιπλέον, τον ενδιαφέρει, όπως λέει, να υπάρξει μια απομάκρυνση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο από την αφοσιωμένη στην αγορά, πολιτική της λιτότητας, την οποία εκτιμά ως λανθασμένη.

Σύμφωνα με τον Στέφαν Σούλμαιστερ, είναι τελείως σαφείς οι λόγοι για τους οποίους η Ελλάδα βυθίστηκε στην κρίση, καθώς, όπως διευκρινίζει, η ευθύνη δεν βρίσκεται ούτε στην άρνηση για μεταρρυθμίσεις ούτε στην έλλειψη κατανόησης ότι κανείς δεν μπορεί να ξοδεύει περισσότερα από όσα εισπράττει, αλλά την ευθύνη την έχουν οι χρηματαγορές.

Διότι αυτές παρέσυραν αρχικά την Ελλάδα με χαμηλά επιτόκια σε τρόπο ζωής πάνω από τις δυνατότητές της και κατόπιν αυτοί οι «ντίλερ», όπως για παράδειγμα εκείνοι της Goldmann Sachs, κερδοσκόπησαν με τη χρεοκοπία της, ενώ τα επιτόκια που εκτοξεύτηκαν στη συνέχεια συνέτριψαν την Ελλάδα, δηλώνει πεπεισμένος γι αυτό ο Στέφαν Σούλμαιστερ.

Το «πορτρέτο» στην αυστριακή εφημερίδα ασχολείται διεξοδικά με όλη τη σταδιοδρομία και τις πολιτικές πεποιθήσεις του Αυστριακού οικονομολόγου, που είναι γιος του εκλιπόντα πριν από χρόνια, επί δεκαετίες αρχισυντάκτη της «Ντι Πρέσε», Οτο Σούλμαιστερ, γνωστού για τις ιδιαίτερα συντηρητικές ιδέες του και την αφοσίωσή του στον Καθολικισμό, με τον οποίο είχε συνεχείς ιδεολογικές προστριβές και αντιπαραθέσεις ήδη από νεαρή ηλικία.

Σε αποκλειστική συνέντευξή του, αρχές Φεβρουαρίου, στο ΑΠΕ-ΜΠΕ στη Βιέννη, ο Στέφαν Σούλμαιστερ είχε χαρακτηρίσει ως «καθοριστικό του εκλογικού αποτελέσματος στην Ελλάδα την πανευρωπαϊκή προοπτική του, καθώς ο Αλέξης Τσίπρας είναι ο πρώτος επιτυχημένος πολιτικός στην Ευρώπη, ο οποίος επιτίθεται μετωπικά στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης επικρίνοντάς την».

Ακριβώς εδώ βρίσκεται, κατά την άποψη του Αυστριακού οικονομολόγου, «η προσδοκία ότι άλλοι πολιτικοί σε χώρες όπως Ιταλία, Ισπανία ή Γαλλία, θα έχουν την τόλμη, ίσως όχι τόσο ριζοσπαστικά αλλά με την ίδια τάση, να αμφισβητήσουν την έως τώρα κοινοτική πολιτική».

΄Οπως επισήμανε ο ίδιος στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο νέος Έλληνας πρωθυπουργός έχει τόσο μεγάλη επιτυχία διότι τα προβλήματα στα οποία αναφέρεται και οι προτάσεις λύσεων που παρουσιάζει, αγγίζουν τους ανθρώπους, και έγκειται στην επιδεξιότητα του Αλέξη Τσίπρα να διατυπώσει με επαρκή σαφήνεια την πανευρωπαϊκή προοπτική των αιτιάσεών του.

Advertisements

One thought on “Σούλμαιστερ: Οι ελίτ αντιμετωπίζουν τον Τσίπρα όπως αντιμετώπιζαν τον Αλιέντε.

  1. Φαίνεται πως δεν υπάρχει κοινό έδαφος μεταξύ Ελλάδας και Ευρωζώνης για την επίτευξη συμφωνίας μακράς διάρκειας, αναφέρει σε δημοσίευμά της η αμερικανική εφημερίδα The Wall Street Journal, το οποίο υπογράφεται από τον Simon Nixon. Αρακτηριστικός και ο τίτλος του δημοσιεύματος «A Flawed Plan B for Greece» (Ένα ελαττωματικό Σχέδιο Β για την Ελλάδα).

    Η συμφωνία περί των τεχνικών ζητημάτων της προηγούμενης εβδομάδας χαιρετίστηκε ως ένα βήμα προόδου, προς την επίτευξη λύσης στο πρόβλημα χρέους της Ελλάδας. Ήταν σίγουρα μια παραχώρηση, από την πλευρά της νέας ελληνικής κυβέρνησης, η οποία, προηγουμένως, δεν αποδεχόταν καμία διαπραγμάτευση με την τρόικα. Και επίσης, άλλη μια παραχώρηση, είναι ότι η Αθήνα δεν ζητά πλέον διαγραφή του χρέους και αποδέχεται το 70% του πακέτου μεταρρυθμίσεων που προβλέπει το πρόγραμμα βοήθειας.

    Ωστόσο, οι συνομιλίες από μόνες τους δεν σημαίνουν τίποτα. Η Ευρωζώνη επιμένει πως σκοπός των συνομιλιών είναι η αξιολόγηση των σχεδίων της ελληνικής κυβέρνησης, με την προοπτική της επέκτασης του υπάρχοντος προγράμματος βοήθειας, ώστε να εξασφαλιστεί οικονομικός χρόνος στην Αθήνα, για να διαπραγματευτεί μια νέα συμφωνία μακράς διάρκειας. Η Αθήνα όμως, από την πλευρά της, αναφέρει πως σκοπός των συνομιλιών είναι η προετοιμασία ενός απολύτως νέου προγράμματος, καθώς η επέκταση του υπάρχοντος δεν συζητείται καν.

    Ελάχιστοι πιστεύουν πως οι Ευρωπαίοι υπουργοί Οικονομικών θα καταφέρουν να γεφυρώσουν τη διαφορά αυτή αντιλήψεων στο έκτακτο Eurogroup σήμερα, ή έστω μέχρι το τέλος της εβδομάδας, το οποίο αποτελεί και το χρονικό όριο ώστε να εξασφαλιστεί η απαραίτητη επικύρωση της επέκτασης του ελληνικού προγράμματος από τα κοινοβούλια των ευρωπαϊκών χωρών.

    Οι ελπίδες συμφωνίας κρέμονται, κυριολεκτικά, από το τι ακριβώς η Αθήνα εννοεί, όταν λέει ότι αποδέχεται το 70% του προγράμματος κι αν ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας θα μπορέσει να εξασφαλίσει επαρκή στήριξη, ώστε να μπορέσει να «πουλήσει» την επέκταση ως ένα νέο πρόγραμμα. Το βασικό πρόβλημα έγκειται στην επιμονή της Ελλάδας στην ανατροπή σημαντικών μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας. «Αυτές οι μεταρρυθμίσεις είναι αδιαπραγμάτευτες. Θεωρούμε πως αποτελούν το 80% του προγράμματος», δήλωσε Γερμανός ανώτερος αξιωματούχος.

    Αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο η Ελλάδα να αφήσει το υπάρχων πρόγραμμα να τερματιστεί, στα τέλη του τρέχοντος μήνα, κάποιοι αξιωματούχοι της Ευρωζώνης συζητούν για το πως αυτό μπορεί να τερματιστεί όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα. Αυτό προϋποθέτει ένα καθαρό χρονοδιάγραμμα διαπραγματεύσεων για ένα νέο πρόγραμμα, στις οποίες όμως θα υπάρχει καταληκτική ημερομηνία τερματισμού των διαπραγματεύσεων. Η ελπίδα είναι πως οι Έλληνες θα πειστούν να μην αποσύρουν τις καταθέσεις τους από τις τράπεζες και παράλληλα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα πεισθεί να χρηματοδοτεί τις ελληνικές τράπεζες, ώστε να κερδηθεί λίγος ακόμα χρόνος για διαπραγματεύσεις.

    Αυτό το σχέδιο Β, όμως, είναι προβληματικό. Η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε κατά 0,2% στο τέταρτο τρίμηνο του 2014, αντί να παρουσιάσει ανάπτυξη της τάξης του 0,4%, όπως είχε προβλεφθεί, κυρίως διότι τα φορολογικά έσοδα έπεσαν κάτω περισσότερο του 20% κάτω από τους στόχους, ενώ τουλάχιστον 14 δισ. ευρώ έχουν αποσυρθεί από τις τράπεζες, υποχρεώνοντας την ΕΚΤ να ανεβάσει την οροφή των διαθεσίμων ανάγκης στα 60 δισ. ευρώ. Ουδείς γνωρίζει με ακρίβεια το πότε ακριβώς η Ελλάδα θα μείνει χωρίς χρήματα, αλλά υπάρχουν φόβοι πως αυτό θα συμβεί τον Μάρτιο. Παρόλα αυτά οι διαπραγματεύσεις για μια νέα συμφωνία θα διαρκέσουν, στην καλύτερη περίπτωση δύο με τρεις μήνες.

    Εξάλλου, δεν είναι δεδομένο ότι Ελλάδα και Ευρωζώνη θα καταλήξουν, τελικά, σε οριστική συμφωνία. Η Ελλάδα βρίσκεται εκτός αγορών, με το επιτόκιο του τριετούς ομολόγου της να αγγίζει το 20%. Η όποια νέα συμφωνία και το συνεπακόλουθο πρόγραμμα θα πρέπει να προβλέπει τη χρηματοδότηση της Ελλάδας για τουλάχιστον τα επόμενα δύο χρόνια και θα χρειαστούν τουλάχιστον 24 δισ. ευρώ. Και φυσικά το νέο πρόγραμμα θα προβλέπει επιτήρηση της Ελλάδας από τους δανειστές. Είναι όμως ο κ. Τσίπρας, ο οποίος υποσχέθηκε κατάργηση του μνημονίου και της τρόικα, έτοιμος να καταπιεί ένα τέτοιο πολιτικό «χάπι»;

    Κάθε νέο πρόγραμμα θα εμπλέξει, σχεδόν σίγουρα και το ΔΝΤ, καθώς, αυτό αποτελεί απαίτηση της Γερμανίας και άλλων χωρών μελών. Το ΔΤΝ χρειάζεται καθώς οι Ευρωπαίοι επιθυμούν να μοιραστούν το οικονομικό βάρος, με φτηνό χρήμα από το ταμείο.

    Παράλληλα η παρουσία του ΔΝΤ στο νέο πρόγραμμα αποτελεί σοβαρή εγγύηση και θα έχει θετικό αντίκτυπο στα ευρωπαϊκά κοινοβούλια και τους Ευρωπαίους φορολογούμενους που θα πληρώσουν, ότι θα πάρουν τα χρήματά τους πίσω. Ωστόσο η παρουσία του ΔΝΤ μπορεί να δυσκολέψει τις διαπραγματεύσεις για μια νέα συμφωνία, ειδικά αν η Ευρωζώνη επιμείνει στην άποψη περί μη διαγραφής χρέους και την Αθήνα να επιμένει στην εφαρμογή του δικού της οικονομικού προγράμματος.

    Υπάρχουν δύο προβλήματα. Το πρώτο αφορά τους ελληνικούς οικονομικούς στόχους και την επίδραση που αυτοί θα έχουν στο ελληνικό χρέος. Ακόμα και αν υπάρξει χαλάρωση της οικονομικής πολιτικής και ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος πέσει στο 1,5%, που ζητά τώρα η Αθήνα, από 4,5% που προβλέπει το υπάρχον πρόγραμμα, η Ελλάδα θα χρειαστεί νέα δάνεια, ύψους 42 δισ. ευρώ μέχρι το 2020, όπως επισημαίνουν οικονομικοί αναλυτές.

    Κάποιες από τις επιδράσεις θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν με ένα νέο, πιο γενναιόδωρο πρόγραμμα, το οποίο θα προβλέπει την επιμήκυνση των υπαρχόντων δανείων κατά 10 χρόνια, με παράλληλη μείωση των επιτοκίων, ώστε να αντιμετωπιστεί το χρηματοδοτικό κόστος από την Ευρωζώνη. Ακόμα και έτσι όμως το χρέος, ως ποσοστό του ελληνικού ΑΕΠ, θα αυξηθεί περισσότερο από ότι προβλέπει το υπάρχον πρόγραμμα, μέχρι το 2030.

    Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι το ΔΝΤ αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό την θεώρηση της Αθήνας πως η ανάκαμψη της οικονομίας μπορεί να έλθει μέσω της αύξησης της κατανάλωσης, η οποία θα επιτευχθεί μέσω της αύξησης του κατώτατου μισθού, της επαναπρόσληψης δημοσίων υπαλλήλων, μείωσης ορισμένων φόρων και αύξησης των κοινωνικών δαπανών.

    Το ΔΝΤ, τα τελευταία πέντε χρόνια, επέμενε στη λήψη μέτρων που θα ενθάρρυναν την ανάπτυξη μέσω επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων στην παραγωγή και στην αγορά εργασίας και των αποκρατικοποιήσεων, μέτρα στα οποία ο κ. Τσίπρας είναι αντίθετος. Και αν η επιμονή του ΔΝΤ στα μέτρα αυτά συνετέλεσε στην πτώση της προηγούμενης κυβέρνησης, είναι μάλλον απίθανο το ταμείο να κάνει πίσω τώρα, ενώπιον της νέας κυβέρνησης.

    Αν ο κ. Τσίπρας νιώθει ότι δεν μπορεί να υποχωρήσει ώστε να εξασφαλίσει την βραχυπρόθεσμη επέκταση του προγράμματος, μάλλον θα δυσκολευτεί, ακόμα περισσότερο, να συμφωνήσει σε ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s