Η σημασία της παραγωγικότητας και η διακυμανση της στις χωρες της Ευρωπαικης Ενωσης.

«Η Ελλάδα, μετά την είσοδο της στην Ευρωζώνη, έκανε πάρα πολλά οικονομικά λάθη που όμως πλήρωσε πανάκριβα, με την εγκληματική πολιτική που της επιβλήθηκε – η οποία «παρήγαγε» εκατοντάδες χιλιάδες ανέργους, χρεοκοπίες, καταστροφές, απάνθρωπη φτώχεια και εξαθλίωση.

Η Γερμανία, την ίδια ακριβώς εποχή, έκανε επίσης πολλά λάθη, από τα οποία κινδυνεύει να καταρρεύσει η νομισματική ένωση – χωρίς όμως να τιμωρηθεί καθόλου. Ουσιαστικά όπως δεν τιμωρήθηκε μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, αλλά ανταμείφτηκε από τα θύματα της με τη διαγραφή του χρέους της – καθώς επίσης από τις Η.Π.Α. με το Marshall Plan».

Ανάλυση

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ήταν ανέκαθεν η παραγωγικότητα των εργαζομένων της. Ειδικότερα, το ότι δεν συνέδεε καθόλου την παραγωγικότητα με τους μισθούς, καθώς επίσης με τον αριθμό των απασχολουμένων, κυρίως στο δημόσιο τομέα – με αποτέλεσμα να υπολείπεται συνεχώς, ως προς την ανταγωνιστικότητα της.

Η παραγωγικότητα βέβαια δεν αφορά μόνο την εργασία αλλά, επίσης, εκείνες τις επενδύσεις που την αυξάνουν – γεγονός που σημαίνει με τη σειρά του πως δεν είναι μόνο υπεύθυνοι οι εργαζόμενοι.

Οι Έλληνες επιχειρηματίες, συμπεριλαμβανομένου του δημοσίου, έχουν στην προκειμένη περίπτωση ένα πολύ μεγάλο μερίδιο ευθύνης – επειδή, μεταξύ άλλων, δεν επένδυαν ποτέ  στην ανανέωση και στον εκσυγχρονισμό των εταιρειών τους (μηχανήματα, υπολογιστές κλπ.), εξοικονομώντας δαπάνες από εκεί ακριβώς που δεν έπρεπε.

Στο σημείο αυτό υστερούν εγκληματικά απέναντι στους Γερμανούς συναδέλφους τους οι οποίοι, αφενός μεν συνέδεαν ανέκαθεν τους μισθούς με την παραγωγικότητα (αν και δυστυχώς αυξάνουν τις αμοιβές λιγότερο, εις βάρος των εργαζομένων και των εταίρων τους), αφετέρου επενδύουν συνεχώς στην εξέλιξη των επιχειρήσεων τους – ενώ το κράτος φορολογεί τα κέρδη που μένουν μέσα στην εταιρεία για να επενδυθούν πολύ λιγότερο, σε σχέση με τα μερίσματα των ιδιοκτητών.

Περαιτέρω, θα μπορούσε ίσως να ισχυρισθεί κανείς ότι,  τα πράγματα έχουν σήμερα αλλάξει, όσον αφορά την παραγωγικότητα – αφού έμειναν άνεργοι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι. Εν τούτοις, παρά την αύξηση της ανεργίας κατά 19,3% σε σχέση με το 2008, από το 7,3% στο 26,6% (με το εργατικό δυναμικό της χώρας στα 4.918.000 οι επί πλέον άνεργοι υπολογίζονται στα 950.000 άτομα, από τα συνολικά 1.310.000 περίπου – χωρίς όμως να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι 200.000 περίπου νέοι που εγκατέλειψαν την Ελλάδα, οι ελεύθεροι επαγγελματίες που έχασαν τις εταιρείες τους κοκ.), η παραγωγικότητα των 3.610.000 εργαζομένων, με την έννοια του ετήσιου «κατά κεφαλήν» ονομαστικού ΑΕΠ, διαμορφώθηκε το 2014 στα 49.600 € (σε ΑΕΠ 2014 ύψους 179,08 δις €).

Το 2008 όμως η χώρα, με 4.558.000 εργαζομένους (πίνακας που ακολουθεί), παρήγαγε ένα ΑΕΠ της τάξης των 233,2 δις € – γεγονός που σημαίνει ότι, η τότε παραγωγικότητα τους, με την παραπάνω έννοια, ήταν περί τα 51.160 €.Επομένως, παρά το ότι χάθηκαν πάνω από 1.000.000 θέσεις εργασίας, η παραγωγικότητα των Ελλήνων, σε σχέση με τον αριθμό τους, μειώθηκε – ενώ χάθηκε ΑΕΠ ύψους 54 δις €.

Έτος 2008 2014
ΑΕΠ σε δις € 233,20 179,08
Ανεργία 7,3% 26,6%
Εργαζόμενοι (επί συνόλου 4.918) 4.558.986 3.609.812
Παραγωγικότητα (ΑΕΠ / Εργαζόμενο) 51.160 49.620

Σημείωση πίνακα: Κατά προσέγγιση μεγέθη, αφού ποικίλουν οι εργαζόμενοι (μετανάστευση κλπ.), καθώς επίσης το ποσοστό ανεργίας (σημερινό).

Με δεδομένη όμως τη ραγδαία μείωση των μισθών, το κατά κεφαλήν εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος, το οποίο ουσιαστικά καθορίζει την παραγωγικότητα (ανταγωνιστικότητα), περιορίσθηκε σημαντικά – ενώ χωρίς την αύξηση της ανεργίας, δεν θα μπορούσαν να μειωθούν εύκολα οι μισθοί (ήταν σκόπιμη, οπότε ανάλογα και η πτώση του ΑΕΠ).

Για να μπορέσει τώρα να καταπολεμηθεί η ανεργία, χωρίς να αυξηθεί το κατά κεφαλήν εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος, θα πρέπει το ΑΕΠ να επιστρέψει στα επίπεδα του 2008, χωρίς να αυξηθούν οι μισθοί των εργαζομένων (ενώ οι υπερβολικοί φόροι της τάξης του 42% των εισοδημάτων των μισθωτών, έναντι 26% περίπου στις χώρες του ΟΟΣΑ, μειώνουν ακόμη περισσότερο τη ζήτηση/κατανάλωση).

Επειδή όμως η πτώση του ΑΕΠ οφείλεται κυρίως στη μείωση της κατανάλωσης (αποτελεί το 72% περίπου του ΑΕΠ), είναι αδύνατον να συμβεί κάτι τέτοιο – ενώ οι αυξήσεις των μισθών θα μείωναν την ανταγωνιστικότητα της χώρας. Πιθανότατα δε θα δημιουργούσαν ξανά έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, αφού η επί πλέον κατανάλωση θα οδηγούταν σε εισαγόμενα προϊόντα – επειδή έχει καταστραφεί εντελώς ο παραγωγικός ιστός της χώρας μας.

Επομένως, η Ελλάδα είναι παγιδευμένη, με ελάχιστες δυνατότητες να αποφύγει το μοιραίο – εκτός εάν διενεργηθούν μεγάλες επενδύσεις, στους εξαγωγικούς κυρίως κλάδους της οικονομίας της (παράλληλα με αυτές που θα μείωναν την εξάρτηση της από τις εισαγωγές), μέσω των οποίων θα αυξανόταν το ΑΕΠ από τις εξαγωγές, θα δημιουργούταν νέες θέσεις εργασίας κοκ.

Πως όμως θα γινόταν αυτό το θαύμα, όταν οι περισσότερες χώρες είναι βυθισμένες στην ύφεση και υπερχρεωμένες; Εκτός αυτού, ποιός θα επένδυε σε μία χώρα με μηδενική ζήτηση, ήδη χρεοκοπημένη; Προφανώς μόνο το δημόσιο, το οποίο όμως αδυνατεί λόγω του τεράστιου χρέους – γεγονός που αποτελεί το βασικό λόγο, για τον οποίο θεωρούμε πως χωρίς τηδιαγραφή μεγάλου μέρους του, δεν υπάρχει καμία απολύτως προοπτική για την Ελλάδα. 

Ανεξάρτητα τώρα από τα παραπάνω, θεωρούμε πως έχει ενδιαφέρον η αντιπαράθεση δύο γερμανών συναδέλφων μας, όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης – καθώς επίσης ανάμεσα σε ένα κράτος της νομισματικής ένωσης, με ένα άλλο της ΕΕ, το οποίο δεν είναι μέλος του ευρώ. Ειδικότερα τα εξής:

Εντός της Ευρωζώνης

Είναι δεδομένο πως τα δύο αντίθετα άκρα της Ευρωζώνης, τα δύο μεγάλα «παράσιτα της οικογένειας του ευρώ», όπως τα έχουμε αποκαλέσει στο παρελθόν (ανάλυση), είναι η Ελλάδα και η Γερμανία – οπότε δεν είναι καθόλου περίεργη η σύγκρουση τους, ούτε οι κατηγορίες που εκτοξεύονται «ένθεν κακείθεν», όσον αφορά τις ευθύνες ενός εκάστου.

Οι αντίθετες πορείες τους διαπιστώνονται και στο πεδίο της ανταγωνιστικότητας, όπου καμία από τις δύο χώρες δεν αποδέχεται τα δικά της σφάλματα – τα οποία πηγάζουν από το ότι, η μεν Γερμανία ζει κάτω από τα όρια των δυνατοτήτων της, εκμεταλλευόμενη τους εταίρους της εμπορικά, ενώ η Ελλάδα πάνω από τα όρια της, εκμεταλλευόμενη τους εταίρους της χρηματοπιστωτικά.

Αναλυτικότερα, εντός μίας νομισματικής ένωσης, ακόμη και όταν μία χώρα ζει λίγο επάνω από τα όρια των δυνατοτήτων της,αρκεί για να οδηγηθεί μετά από μερικά χρόνια σε μία δύσκολη οικονομική κατάσταση. Πολύ περισσότερο όταν κάποια άλλη χώρα, εντός της ίδιας ένωσης, αρκετά μεγαλύτερη από την ίδια, ζει ταυτόχρονα ελαφρά κάτω από τα συγκεκριμένα όρια.

Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη χώρα, η Ελλάδα, ζούσε για αρκετά χρόνια σημαντικά επάνω από το επίπεδο που της επέτρεπε η οικονομική της κατάσταση – ενώ, αντίθετα, η Γερμανία πολύ πιο κάτω.

Εάν βέβαια τα δύο αυτά κράτη δεν είχαν το ίδιο νόμισμα, τότε η δραχμή θα υποτιμούταν, το μάρκο θα ανατιμούταν και το πρόβλημα δεν θα υπήρχε – όπως πράγματι συνέβαινε πριν την υιοθέτηση του ευρώ, με αποτέλεσμα αρκετοί Έλληνες να προτείνουν τη «λύση» της δραχμής.

Ανεύθυνα κατά την άποψη μας, αφού αιτιολογούν τη θέση τους με τη σχετική ευημερία της χώρας μας, πριν από την είσοδο της στην Ευρωζώνη  – χωρίς παράλληλα να αναφέρουν τα υψηλά επιτόκια δανεισμού εκείνης της εποχής, τις συνεχείς υποτιμήσεις, καθώς επίσης πολλά άλλα.

Περαιτέρω, επειδή οι δύο χώρες, η Ελλάδα και η Γερμανία, είναι μέλη του ευρώ, η αδυναμία υπερτίμησης του νομίσματος της μίας, καθώς επίσης υποτίμησης του αντίστοιχου της άλλης, οδηγούν σε μεγάλες ανισορροπίες, όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα τους.

Αναλυτικότερα, εάν κανείς συγκρίνει την εξέλιξη του ΑΕΠ σε σχέση με την αντίστοιχη της παραγωγικότητας* (το κατά κεφαλήν εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος δηλαδή), συγκρίνοντας το με τον προγραμματισμένο στόχο του πληθωρισμού (γράφημα), τότε μόνο μπορεί να συμπεράνει εάν μία χώρα ζει επάνω ή κάτω από τα όρια των δυνατοτήτων της.

ΓΡΑΦΗΜΑ - Ευρώπη, κατά κεφαλήν εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος (1)

Από το παραπάνω γράφημα φαίνεται πως μετά το 2002 η Ελλάδα ζούσε όλο και περισσότερο επάνω από τα όρια των δυνατοτήτων της – ενώ δεν συνέχισε να το κάνει από το 2009 έως το 2011 (γεγονός που σημαίνει ταυτόχρονα πως η «τάση» απλά πάγωσε μετά την είσοδο της Τρόικας, χωρίς όμως να μειωθεί – τεκμηριώνοντας πως η τότε κυβέρνηση συμφώνησε σε μέτρα, αλλά δεν τα εφάρμοσε).

Η κατάσταση άλλαξε το 2011, ενώ από το 2013 και μετά η Ελλάδα ζει ουσιαστικά κάτω από τα όρια των δυνατοτήτων της. Εν τούτοις, έως το 2008 περίπου, η απόσταση της από την Ιταλία ήταν μηδενική – ενώ σήμερα, μετά τη μείωση των μισθών, ευρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση ανταγωνιστικά τόσο σε σχέση με την Ιταλία, όσο και με τη Γαλλία.

Η Γερμανία όμως, από το 2000 και μετά, ζούσε πολύ κάτω από τα όρια των δυνατοτήτων της, συνεχίζοντας να το κάνει ακόμη – έχοντας απομακρυνθεί το 2007 αρκετά (χαμηλότερα) από το στόχο του πληθωρισμού της Ευρωζώνης. Εάν δε κοιτάξει κανείς την απόσταση της από την Ελλάδα, θα διαπιστώσει πως η διαφορά της ανταγωνιστικότητας μεταξύ των δύο χωρών είναι τεράστια – εις βάρος φυσικά της Ελλάδας (κάτι που δεν θα μπορούσε να συμβεί ποτέ, εάν οι χώρες δεν ήταν στην ίδια νομισματική ένωση – λόγω ανατίμησης του νομίσματος της μίας και υποτίμησης της άλλης).

Υπάρχει όμως επίσης μεγάλη διαφορά της Γερμανίας με τη Γαλλία, η οποία τήρησε επακριβώς τους κανόνες της Ευρωζώνης στα παραπάνω μεγέθη, αφού η ανταγωνιστικότητα της «συμπλέει» απολύτως με τον πληθωρισμό – γεγονός που σημαίνει πως η Γαλλία ζούσε ανέκαθεν σωστά, στα επίπεδα ακριβώς που της επέτρεπε η οικονομία της.

Ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο λοιπόν, συμπεριφερόμενη απολύτως έντιμα – χωρίς να εκμεταλλεύεται τους εταίρους της ούτε εμπορικά, όπως η Γερμανία (υπερβολικά πλεονάσματα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών της), ούτε χρηματοπιστωτικά, όπως η Ελλάδα (μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της, αύξηση του χρέους της).

Δεν ζει (ζούσε) βέβαια μόνο η Ελλάδα στην Ευρωζώνη επάνω από τα όρια των δυνατοτήτων της, αλλά και πολλές άλλες χώρες – με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα κράτη της Βαλτικής, τα οποία όχι μόνο ζούσαν πολύ πιο πάνω, αλλά συνεχίζουν να το κάνουν (γράφημα).

ΓΡΑΦΗΜΑ - Ευρώπη, κατά κεφαλήν εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος, χώρες Βαλτικής (2)

Η διαφορά τους είναι τα χαμηλά δημόσια χρέη τους, ουσιαστικά λόγω του προηγουμένου καθεστώτος, τα σχετικά μικρά ελλείμματα τους, καθώς επίσης η εύκολη μετανάστευση του πληθυσμού τους, όταν παρουσιάζονται οικονομικά προβλήματα.

Φυσικά, οι χώρες αυτές θα βυθιστούν ξανά σε μία νέα κρίση όταν η οικονομία τους αρχίσει να αυξάνεται, επειδή θα δημιουργηθούν μεγάλα ελλείμματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους – λόγω της αδύναμης παραγωγικής τους βάσης. Επειδή όμως συνορεύουν με τη Ρωσία, αντιμετωπίζονται με μεγάλη επιείκεια από την Κομισιόν – προφανώς για γεωπολιτικούς σκοπούς.

Εκτός της Ευρωζώνης

Ο εθνικιστής οικονομολόγος του ινστιτούτου του Μονάχου κατηγόρησε την Ελλάδα, λέγοντας πως οι μισθοί στη χώρα μας είναι διπλάσιοι από αυτούς στην Πολωνία – οπότε η Ελλάδα θα έπρεπε να έχει είτε τη διπλάσια παραγωγικότητα, είτε τους μισούς μισθούς!

Η αναφορά του αυτή θα μπορούσε να οφείλεται στην άγνοια του, αφού συγκρίνει δύο εντελώς ανόμοια πράγματα, χώρες δηλαδή με διαφορετικά νομίσματα – κάτι που όμως είναι αδύνατον να πιστέψει κανείς. Επομένως, ο στόχος του ήταν να δημιουργήσει εντυπώσεις εις βάρος της Ελλάδας – όπως άλλωστε συνηθίζει να το κάνει, επιμένοντας πως η χώρα μας πρέπει να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη υιοθετώντας τη δραχμή, αφού δεν υπάρχει καμία άλλη λύση για τα προβλήματα της.

Περαιτέρω, εάν θέλει κανείς να εξετάσει τις δύο χώρες, θα πρέπει να απεικονίσει την παραγωγικότητα τους στο ίδιο νόμισμα – κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο, όταν πρόκειται για πραγματικά (αφαιρουμένου του πληθωρισμού) μεγέθη.

Οφείλει λοιπόν να υπολογίσει το ΑΕΠ της Πολωνίας σε ευρώ, για κάθε έτος σύγκρισης, με μία μέση ισοτιμία του σε σχέση με το Zloty (κάτι που φυσικά είναι μόνο εν μέρει σωστό, επειδή η εξέλιξη της ισοτιμίας του νομίσματος δεν «ισοσταθμεί» πάντοτε με τον πληθωρισμό, αφού τα νομίσματα δεν εξισορροπούνται μεταξύ τους συνεχώς).

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για τη μετατροπή ΑΕΠ και μισθών σε άλλο νόμισμα, με τους οποίους όμως είναι περιττό να ασχοληθεί κανείς εδώ – επειδή πρόκειται απλά και μόνο για «τεχνικές λύσεις». Ο συνάδελφος που έκανε τη μετατροπή, τόσο σε ονομαστικά (με τον πληθωρισμό), όσο και σε πραγματικά μεγέθη, για το έτος 2013, κατέληξε στον πίνακα που ακολουθεί:

Ελλάδα Πολωνία
Ονομαστικό ΑΕΠ ανά εργαζόμενο Σε € ανά έτος και εργαζόμενο 47.050 25.606
Ονομαστικό ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας Σε € ανά ώρα εργασίας 23,10 13,35
Πραγματικό ΑΕΠ ανά εργαζόμενο Σε € ανά έτος και εργαζόμενο 48.027 25.220
Πραγματικό ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας Σε € ανά ώρα εργασίας 23,58 13,15

Με βάση τον παραπάνω πίνακα, το ονομαστικό ΑΕΠ ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα το 2013, όπως επίσης το πραγματικό, η ώρα εργασίας κλπ. είναι σχεδόν διπλάσιο από αυτό της Πολωνίας. Σχεδόν διπλάσιοι είναι όμως και οι μισθοί των Ελλήνων  – οπότε ταιριάζει με τη διαφορά που διαπιστώνεται, μεταξύ των δύο χωρών.

Για σύγκριση, το ΑΕΠ ανά εργαζόμενο και ώρα εργασίας της Γερμανίας το 2013 ήταν 45,70 € (66.448 το ονομαστικό ΑΕΠ ανά εργαζόμενο ετήσια, έναντι 47.050 της Ελλάδας) και της Γαλλίας 51,00 € (γράφημα που ακολουθεί). Σε κάθε περίπτωσηη Ελλάδα, στο ξεκίνημα της Ευρωζώνης, αύξησε σημαντικά τόσο το ρυθμό ανάπτυξης, όσο και την παραγωγικότητα της – πλησιάζοντας τις μεγάλες χώρες της νομισματικής ένωσης.

ΓΡΑΦΗΜΑ - Ευρώπη, πραγματικό ΑΕΠ ανά εργαζόμενο και ώρα εργασίας (3)

Ειδικότερα, από το έτος  1999 έως το 2008 η Ελλάδα αύξανε με διπλάσιο ρυθμό (3,1%) την παραγωγικότητα της, σε σχέση με τη Γερμανία (1,6%) – έως το 2008 δυστυχώς, όπου βυθίστηκε στην κρίση, λόγω των τρομακτικών λαθών της.

Επίλογος

Η αυτοκριτική είναι πάντοτε θετική, ενώ προηγείται της διόρθωσης των σφαλμάτων – λόγω των οποίων βυθίζεται κανείς σε μεγάλα προβλήματα. Όταν σε μία σχέση όμως, είτε μεταξύ ανθρώπων, είτε ανάμεσα σε χώρες, μόνο ο ένας κάνει την αυτοκριτική του, ενώ ο άλλος αδιαφορεί, συνεχίζοντας να κάνει τα ίδια ή μεγαλύτερα λάθη, τότε η σχέση είναι καταδικασμένη.

Στην περίπτωση της Ευρωζώνης, εάν η Γερμανία συνεχίσει να συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο, αυξάνοντας τα πλεονάσματα της εις βάρος των υπολοίπων, οι οποίοι νομοτελειακά βυθίζονται στα ελλείμματα, το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο. Ειδικά λόγω του μεγάλου μεγέθους της οικονομίας της, η οποία απειλεί με «στραγγαλισμό» όλες τις υπόλοιπες – παράλληλα με την ανυπαρξία αλληλεγγύης, όπως φάνηκε στο παράδειγμα της Ελλάδας.

Όσον αφορά τη χώρα μας, έκανε ασφαλώς πολλά λάθη, αλλά τα πλήρωσε πανάκριβα – χωρίς να διαμαρτυρηθούν καθόλου οι Πολίτες της, επί έξι ολόκληρα χρόνια. Θα ήταν ανόητο λοιπόν να συνεχίσει να υπομένει μαρτύρια, χωρίς καμία προοπτική, επειδή έτσι θέλει η Γερμανία. Επομένως, οφείλει αμέσως να αλλάξει τακτική και πορεία, παίρνοντας όλα τα ρίσκαπου απαιτούνται – αφού ο αργός θάνατος είναι χειρότερος από οποιαδήποτε άλλα δεινά.

*Σημείωση: Η παραγωγικότητα είναι ένας οικονομικός δείκτης, ο οποίος περιγράφει τη σχέση μεταξύ παραγομένων προϊόντων, καθώς επίσης των συντελεστών παραγωγής τους (π.χ. ΑΕΠ/Εργαζόμενο). Η ανταγωνιστικότητα περιγράφει τη δυνατότητα να πουλήσει μία επιχείρηση τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες της στις εθνικές και διεθνείς αγορές με κέρδος – όπου, εκτός από το κόστος και την τιμή πώλησης, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, μεταξύ των οποίων η ποιότητα, η εξυπηρέτηση, η έρευνα κοκ.

Βιβλιογραφία: F. Spiecker, H. Flasbeck

ΠΗΓΗ    http://www.analyst.gr/2015/03/27/i-simasia-tis-paragogikotitas/

.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s