Από την γκρεκομανία στην grexitλαγνεία.

Τελευταία παρίστανε την Σφίγγα. Για ένα περίπου μήνα, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν έλεγε κουβέντα για την Ελλάδα. Όχι βέβαια οικειοθελώς. Αλλά επειδή του το είχε επιβάλει ηΆνγκελα Μέρκελ λόγω της πολεμικής του εναντίον του Γιάννη Βαρουφάκη που έπαιρνε μέχρι και τις αρχές Μαρτίου όλο και πιο ανεξέλεγκτη μορφή.

Στα μέσα της παρελθούσας εβδομάδας, ωστόσο, αυτό άλλαξε. Η Σφίγγα ξαναμίλησε. Ο γερμανός υπουργός οικονομικών επανήλθε δριμύτερος στην κριτική του. «Η Αθήνα καταστρέφει τους αριθμούς» είπε σε ομιλία του στη Νέα Υόρκη υπονοώντας με αυτό την απότομη πτώση των δεικτών της ελληνικής οικονομίας τους τελευταίους δυο μήνες. «Nofuture», κανένα μέλλον με τη νέα κυβέρνηση στην Ελλάδα, ή, και αν υπάρχει, αυτό «εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από την ίδια» – η Ευρώπη έδωσε ήδη, ότι είχε να δώσει.

Αντίστοιχη ήταν και η αντίδραση των γερμανικών μέσων ενημέρωσης, που κάλυπτε το ταξίδι του στις Ηνωμένες Πολιτείες με αφορμή τη σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Ουάσιγκτον. «Η τελευταία προειδοποίηση του Σόιμπλε προς τους Έλληνες» τιτλοφόρησε χαρακτηριστικά η «Welt». Για ότι δυσάρεστο θα μπορούσε να συμβεί μελλοντικά, θα ευθύνονται αποκλειστικά οι ίδιοι, όχι οι μεγαλόθυμοι δανειστές τους. Με πιο τραγική εκδοχή ενός τέτοιου συμβάντος το grexit, την έξωση της χώρας από την ευρωζώνη.

Δεν χρειάζεται κανείς πολύ σοφία για να διαπιστώσει ότι η ρητορική του κ.Σόιμπλε έχει γίνει δραστικότερη σε σύγκριση με εκείνη του 2012, όταν το grexit βρέθηκε για πρώτη φορά στην ημερήσια διάταξη.

Τότε, ο υπουργός οικονομικών άφηνε να διαρρέει η πληροφορία, ότι είχε ένα Πλάνο Β΄ για την (πολύ θεωρητική) περίπτωση μιας ηθελημένης εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη που συμπεριλάμβανε και μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεπειών της.

Σήμερα αφήνει να εννοηθεί, ότι θεωρεί πλέον αναπόφευκτη την χρεοκοπία της χώρας, και τονίζει απλώς ότι θέλει να την κρατήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όμως και στις δυο εκφάνσεις της, η ρητορική αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική πολιτική του Βερολίνου. Η τελευταία συνοψίζεται στη φράση: Η ευρωζώνη είναι ενιαία και αδιαίρετη, η αποβολή ενός μέλους της θα ισοδυναμούσε με τον αυτοακρωτηριασμό και εν τέλει με τη θανάσιμη αιμορραγία της.

Η γλώσσα του κυβερνητικού εκπροσώπου Στέφεν Σάιμπερτ έχει κυριολεκτικά μαλλιάσει με το να επαναλαμβάνει, ότι εκείνο που μετράει δεν είναι η διαρροή του ενός ή του άλλου ντοκουμέντου, που αναφέρονται σε πιθανό grexit, αλλά η πράξη της γερμανικής κυβέρνησης. Και αυτή αποβλέπει σαφώς στη διατήρηση και ισχυροποίηση του συνόλου των χωρών της νομισματικής ένωσης συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας.

Γιατί όμως τότε η ριζοσπαστικοποίηση της ρητορικής μεταξύ του 2012 και του 2015; Η απάντηση είναι απλή: Η αλλαγή του αντιπάλου και μαζί με αυτό του πολιτικού παραδείγματος.

Η μονοδιάστατη οικονομίστικη σχέση οφειλέτη-δανειστών, όπως αυτή κυριαρχούσε την εποχή της διακυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά και των προκατόχων του, αντικαταστάθηκε από την πολυδιάστατη σχέση πολιτικών υποκειμένων. Για πρώτη φορά ένας έλληνας πρωθυπουργός βάζει «πόδι» στους κυβερνητικούς εκπροσώπους των δανειστών στη βάση ενός αντιμνημονιακού προγράμματος. Ο Αλέξης Τσίπρας αναδεικνύεται έτσι, έστω και υποτυπωδώς, στο αντίπαλο δέος της συντηρητικής Ευρώπης. Και μόνο αυτό φτάνει λοιπόν για τον κ.Σόιμπλε για να «φουλάρει» την προπαγανδιστική μηχανή του και να κάνει κάτι πρωτοφανές στα μεταπολεμικά χρονικά: Να χτυπήσει με τις μεθόδους του ψυχρού πολέμου την μη αρεστή σε αυτόν κυβέρνηση μιας χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης.

Σε αυτό συμβάλουν και τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης, τα οποία ξεπερνούν ενίοτε σε ψυχροπολεμικό μένος τον κ.Σόιμπλε. Το grexit έχει γίνει πλέον γι αυτά καθημερινό ψωμί. Το αποτέλεσμα: Η γκρεκομανία, η φανατική αγάπη των Γερμανών για την αρχαία Ελλάδα, που άρχισε στην αυγή του 19ου αιώνα και συνεχίστηκε υπόγεια – όπως δείχνουν οι έρευνες του βερολινέζου σκηνοθέτη Νίκου Λυγκούρη – με μικρές ή μεγάλες εξάρσεις μέχρι πρότινος, μετατρέπεται τώρα σε grexitλαγνεία, σε παθιασμένη διάθεση ρήξης με την παλιά τους αγάπη.

Κι εδώ είναι όμως ολοφάνερο, ότι η προπαγάνδα υπηρετεί την πολιτική, δεν την υποκαθιστά. Τα όρια της grexitλαγνείας καθορίζονται από την ανάγκη της φθοράς και εξάντλησης του αντιπάλου με απώτερο στόχο την υποταγή του– όχι την εκδίωξή του από την ευρωζώνη. Η τελευταία αντίκειται εντελώς στη λογική του αδιαίρετου της νομισματικής ένωσης.

Μέσα σε τέτοιο πολύπλοκο πλαίσιο, η Αθήνα θυμίζει πολύ Δον Κιχώτη: Μια άπειρη κυβέρνηση, που τα βάζει εν πολλοίς αδέξια με την παγκοσμιοποιημένη πλέον «Ιερά Συμμαχία» των Νεοφιλελεύθερων του Βερολίνου, των Βρυξελλών, της Φρανκφούρτης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Ουάσιγκτον. Το ειδικό βάρος της είναι σχεδόν μηδαμινό σε σχέση με εκείνο των δανειστών της. Κι αυτό δεν πρόκειται προφανώς να αλλάξει, όσο δεν βρίσκει υποστήριξη από νέα ισχυρά αριστερά κινήματα με κυβερνητική συμμετοχή στην Ευρώπη και αλλού – που προς το παρόν όμως δεν φαίνονται πουθενά στον ορίζοντα.

Εκείνο που θα έπρεπε ωστόσο αμέσως να κάνει, είναι να την παίρνουν στα σοβαρά. Αυτό προϋποθέτει ιδία σοβαρότητα, που δεν είναι πάντα αυτονόητη. Για να την αποκτήσουν, αρκετά κυβερνητικά στελέχη θα έπρεπε να κάνουν τη δική τους πολιτιστική επανάσταση. Κι αυτό μέσα σε ελάχιστο καιρό – κάτι πολύ δύσκολο ενόψει της μόνιμης έλλειψης χρόνου.

Η ίδια έλλειψη είναι και το βασικό χάντικαπ για την σταθεροποίηση της νέας κυβέρνησης στην εξουσία. Για τέτοια σταθεροποίηση χρειάζεται τουλάχιστον 6-8 μήνες, έτσι ώστε να μπορέσει μέχρι τότε να αναμορφώσει τη διοίκηση, να στήσει αποτελεσματικούς φοροεισπραχτικούς μηχανισμούς και να προωθήσει το περίφημο 30% των δικών της «φιλολαϊκών» και αναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων. Έτσι θα αρχίσει βαθμιαία να απεξαρτάται από τα δάνεια και τους όρους των πιστωτών.

Θα έχει όμως τη δύναμη να αντέξει μέχρι τότε; Το στοίχημα είναι ανοικτό. Ο πειρασμός – ενόψει της υπεροπλίας των δανειστών – να προβεί σε «έντιμο συμβιβασμό» χωρίς πραγματική ουσία και προοπτική, θα είναι μεγάλος. Η αντίθετη έκβαση θα ήταν βέβαια προτιμότερη. Και αν πετύχαινε, η grexitλαγνεία του Σόιμπλε και των μέσων ενημέρωσης θα ακουγόταν πλέον σαν ανώδυνη κακοφωνία. Κάπως σαν το γνωμικό: «Οι σκύλοι γαβγίζουν, αλλά το καραβάνι συνεχίζει το δρόμο του» που βρίσκει εδώ πολιτική εφαρμογή.

ΠΗΓΗ  https://panosz.wordpress.com/2015/04/18/hilas-15/  http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=695698

Advertisements

One thought on “Από την γκρεκομανία στην grexitλαγνεία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s