Το Δίλημμα Του Χρέους

Οι διχαστικές διαπραγματεύσεις της Ελλάδας με την ΕΕ έχουν τοποθετήσει εκ νέου το χρέος στο επίκεντρο των συζητήσεων περί οικονομικής ανάπτυξης και σταθερότητας. Αλλά η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα που πασχίζει να αποπληρώσει το υφιστάμενο χρέος της – πόσο δε να μετριάσει το δανεισμό. Οι φορτικές διαπραγματεύσεις της με τους πιστωτές της θα πρέπει να ενθαρρύνουν άλλες χώρες να αναλάβουν δράση προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα δικά τους υπερβολικά χρέη.

Από τότε που ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση το 2008, το παγκόσμιο χρέος έχει αυξηθεί κατά 57 τρισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που υπερβαίνει την αύξηση του ΑΕΠ. Το δημόσιο χρέος έχει αυξηθεί κατά 25 τρισεκατομμύρια δολάρια, με τις προηγμένες οικονομίες να πιστώνονται τα 19 απ΄ αυτά – γεγονός που αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα της οξείας ύφεσης, των προγραμμάτων δημοσιονομικής τόνωσης, και των διασώσεων τραπεζών. Ενώ τα αμερικανικά νοικοκυριά έχουν μειώσει το χρέος τους αισθητά (κυρίως μέσω αθέτησης ενυπόθηκων δανείων), το χρέος των νοικοκυριών σε πολλές άλλες χώρες συνεχίζει να αυξάνεται ραγδαία. Σε όλες τις μεγάλες οικονομίες, ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ (συμπεριλαμβανομένου τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού χρέους) είναι υψηλότερος σήμερα από ό,τι ήταν το 2007.

Μεγάλο μέρος αυτής της συσσώρευσης χρέους προήλθε από προσπάθειες στήριξης της οικονομικής ανάπτυξης ενώπιον των αποπληθωριστικών αντιξοοτήτων μετά την κρίση του 2008. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την Κίνα, η οποία, μαζί με άλλες αναπτυσσόμενες οικονομίες, πιστώνεται σχεδόν το ήμισυ του χρέους που προέκυψε από το 2008 και μετά.

Είναι βέβαιο πως το ίδιο το χρέος δεν είναι κακό. Ωστόσο, η υπερβολική εξάρτηση από το χρέος δημιουργεί τον κίνδυνο χρηματοπιστωτικών κρίσεων, οι οποίες υπονομεύουν την ανάπτυξη. Ως εκ τούτου, ο κόσμος πρέπει να βρει τόσο δρόμους προς την ανάπτυξη που να εμπεριέχουν λιγότερη πίστωση, όσο και τρόπους εξάλειψης του βάρους των υφιστάμενων χρεών.

Προκειμένου να βοηθήσουν στον περιορισμό της μελλοντικής συσσώρευσης χρέους, οι χώρες έχουν τρεις επιλογές. Κατ΄ αρχάς, μπορούν να αναλάβουν αντικυκλικά μακροπροληπτικά μέτρα για να αμβλύνουν τους πιστωτικούς κύκλους και να αποτρέψουν τον υπερβολικό δανεισμό. Για παράδειγμα, οι αυστηρότεροι περιορισμοί ως προς το λόγο δανείου-αξίας και οι υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις τράπεζες θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την πιστωτική επέκταση όταν υπερθερμαίνονται οι αγορές κατοικιών και εμπορικών ακινήτων. Ωστόσο, η ακριβώς αντίθετη προσέγγιση είναι αυτή που σήμερα υιοθετείται στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου σε μερικούς «πρωτάρηδες» αγοραστές κατοικίας παρέχεται πλέον πρόσβαση σε ενυπόθηκα δάνεια της τάξης του 97% επί της αξίας του ακινήτου.

Μία δεύτερη στρατηγική για να μετριαστεί η συσσώρευση του χρέους θα μπορούσε να είναι η καθιέρωση ενυπόθηκων συμβάσεων που θα επιτρέπουν περισσότερο καταμερισμό κινδύνου μεταξύ δανειοληπτών και δανειστών, λειτουργώντας ουσιαστικά ως υβρίδια χρεογράφων/μετοχών. Όπως βλοσυρά κατέδειξε η Μεγάλη Κρίση (Great Recession), όταν μία περίοδος ραγδαίας κλιμάκωσης των αποτιμήσεων ακινήτων και αύξησης του χρέους των νοικοκυριών ακολουθείται από μία περίοδο πτώσης των τιμών, και τα νοικοκυριά επιχειρούν απομόχλευση, τα αποτελέσματα μπορεί να είναι καταστροφικά. Το ταλέντο στη χρηματοοικονομική καινοτομία που επέφερε ζημιογόνες νέες επιλογές για την υποθήκευση κατοικιών πριν από την κρίση θα πρέπει πλέον να αξιοποιηθεί προκειμένου να σχεδιαστούν πιο ευέλικτες υποθήκες που θα βοηθούν τους δανειολήπτες να αποφύγουν τη χρεοκοπία.

Ένα παράδειγμα είναι τα ενυπόθηκα δάνεια «κοινής ευθύνης», όπου οι πληρωμές μειώνονται υπό ορισμένες συνθήκες, όπως όταν οι τιμές των κατοικιών υποχωρούν κάτω από την τιμή αγοράς του δανειολήπτη. Σε αντάλλαγμα γι΄ αυτή την ευελιξία, ο δανειστής λαμβάνει ένα μερίδιο από τα κεφαλαιακά κέρδη που προκύπτουν όταν πωλείται η κατοικία. Ομοίως, η υποθήκη διαρκούς άσκησης (continuous-workout mortgage, ή και CWM) προσαρμόζει τις πληρωμές και τους όρους σε ειδικές περιπτώσεις, όπως σε αυτήν της απώλειας εργασίας.

Μία τρίτη επιλογή για να περιοριστεί η συσσώρευση του χρέους είναι να επανεξεταστούν οι φορολογικοί κανόνες που ευνοούν το χρέος. Σε πολλές χώρες, oι δεδουλευμένοι τόκοι επί ενός ενυπόθηκου δανείου εξακολουθούν να εκπίπτουν από τους φόρους. Αν και η σταδιακή κατάργηση αυτής της πολιτικής είναι πολιτικά αμφιλεγόμενη, ορισμένες χώρες – όπως η Μεγάλη Βρετανία κατά τη δεκαετία του 1980 – το έχουν καταφέρει. Ομοίως, θα ήταν δύσκολο – αλλά όχι αδύνατο – να μειωθούν τα κίνητρα – που δημιουργούνται από τα φορολογικά καθεστώτα σχεδόν όλων των χωρών, για εταιρική μόχλευση.

Οι κυβερνήσεις πρέπει επίσης να εργαστούν για τη μείωση του υφιστάμενου χρέους – και της ανεπάρκειας της παγκόσμιας ζήτησης στην οποία αυτό συμβάλει. Είναι απλά ανέφικτο για τις πλέον μοχλευμένες κυβερνήσεις να εξέλθουν διά της ανάπτυξης από το χρέος. Ούτε μπορεί η λιτότητα από μόνη της να σταθεί αρκετή, καθώς θα απαιτούνταν από τα κράτη να προβούν σε τόσο μεγάλες δημοσιονομικές προσαρμογές – 5% του ΑΕΠ, στην περίπτωση της Ισπανίας – που οι πολίτες πιθανότατα θα εναντιώνονταν σε αυτές, όπως έκαναν οι Έλληνες.

Μια πιο αποτελεσματική προσέγγιση θα επιστράτευε ένα ευρύτερο φάσμα εργαλείων, συμπεριλαμβανομένης της αναδιάρθρωσης του χρέους. Σε κάποιες χώρες, οι πωλήσεις δημόσιας περιουσίας και η είσπραξη εφάπαξ φόρων πλούτου θα ήταν επίσης χρήσιμες.

Οι επενδυτές, αναλυτές και λοιποί σχολιαστές πρέπει από την πλευρά τους να υιοθετήσουν μια πιο διαφοροποιημένη θεώρηση των πραγματικών δανειακών υποχρεώσεων των κυβερνήσεων. Μεγάλο μέρος της συσσώρευσης δημοσίου χρέους των τελευταίων ετών έχει καταστεί δυνατή λόγω της ποσοτικής χαλάρωσης, με τις κεντρικές τράπεζες να πραγματοποιούν μεγάλης κλίμακας αγορές κρατικών ομολόγων. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, η Τράπεζα της Αγγλίας και η Τράπεζα της Ιαπωνίας κατέχουν πλέον το 16%, 24%, και 22%, αντίστοιχα, του συνόλου των ομολόγων.

Δεδομένου ότι οι κεντρικές τράπεζες ανήκουν στην κυβέρνηση και ότι οι τόκοι που καταβάλλονται για τα ανεξόφλητα ομόλογα επιστρέφουν στο δημόσιο ταμείο, αυτά τα κρατικά ομόλογα διαφέρουν ριζικά από εκείνα που κατέχονται από άλλους πιστωτές. Εστιάζοντας στην «καθαρή» αξία του δημόσιου χρέους (στην οποία δεν συμπεριλαμβάνονται οι ενδοκυβερνητικές διακρατήσεις χρέους, όπως είναι τα ομόλογα που κατέχονται από τις κεντρικές τράπεζες) είναι μία πιο αποτελεσματική προσέγγιση ως προς την αξιολόγηση και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση εξέθεσε τις προκλήσεις της μείωσης του χρέους – και τους κινδύνους που εγείρει η υπερχρέωση. Ωστόσο, η κρίση ενέτεινε επίσης την εξάρτηση κυβερνήσεων και νοικοκυριών από τη μόχλευση, με αποτέλεσμα τα επίπεδα του χρέους να συνεχίσουν να αυξάνονται – τάση που αν δεν τεθεί υπό έλεγχο, θα οδηγήσει σε περισσότερες κρίσεις στο μέλλον.

Είναι καιρός να ανακατευθυνθεί η χρηματοπιστωτική καινοτομία προς την ανάπτυξη νέων εργαλείων και προσεγγίσεων για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων. Μόνο τότε μπορεί η παγκόσμια οικονομία να προχωρήσει σε μία πορεία βιώσιμης ανάπτυξης.

* Ο Adair Turner, πρώην πρόεδρος της Αρχής Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών και πρώην μέλος της Επιτροπής Χρηματοοικονομικής Πολιτικής της Μεγάλης Βρετανίας , είναι ανώτερος συνεργάτης στο Ινστιτούτο για τη Νέα Οικονομική Σκέψη (Institute for NewEconomic Thinking) και στο Κέντρο Χρηματοοικονομικών Σπουδών (Center for Financial Studies) στη Φρανκφούρτη.

* Η Susan Lund είναι συνεργάτης του Παγκόσμιου Ινστιτούτουτην McKinsey (McKinseyGlobal Institute).

ΠΗΓΗ  http://analitis.gr/to-dilimma-tou-chreous/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s